Ιούλιος του ’19 και ο Μητσοτάκης έχει μόλις κερδίσει τις εκλογές, ξεκινώντας να στελεχώνει την κυβέρνησή του. Ενθουσιασμός, πανηγυρική ατμόσφαιρα, χαμόγελα παντού, αλλά με μια εξαίρεση. Την Όλγα Κεφαλογιάννη, στην οποία σύμφωνα με ρεπορτάζ της εποχής, προτάθηκε το υπουργείο Τουρισμού, αλλά λέγεται πως εκείνη απαίτησε κάτι μεγαλύτερο και πιο συγκεκριμένα ένα ενοποιημένο υπερυπουργείο Τουρισμού και Πολιτισμού μαζί. Το αίτημα απερρίφθη μετά πολλών επαίνων και η Όλγα έμεινε έξω από το πρώτο κυβερνητικό σχήμα.
Λίγους μήνες αργότερα θα ακολουθούσε η εκλογή νέου Προέδρου της Δημοκρατίας και άρχισαν να διαρρέουν τα πρώτα ονόματα. Πρόεδρος ήταν ο Προκόπης Παυλόπουλος που είχε εκλεγεί μετά από πρόταση του Σύριζα, ψηφίστηκε και από τη Νέα Δημοκρατία αλλά με μια εξαίρεση : τον Κυριάκο Μητσοτάκη που καταψήφισε με το αιτιολογικό ότι ο Παυλόπουλος σηματοδοτούσε μια εποχή που όλοι μάλλον ήθελαν να ξεχάσουν. Αυτήν της πενταετίας του Κώστα Καραμανλή. Ήταν λοιπόν αυτονόητο ότι ο Μητσοτάκης δεν θα πρότεινε τον Παυλόπουλο για δεύτερη θητεία. Αυτονόητο όχι όμως για όλους. Η Όλγα ξαναχτύπησε, χαρακτηρίζοντας τον Παυλόπουλο ως έναν πάρα πολύ καλό πρόεδρο που η θητεία του άξιζε να ανανεωθεί, μεταξύ άλλων γιατί «η επανεκλογή του θα ήταν ένα μήνυμα εθνικής ενότητας».
Η παρέμβαση θεωρήθηκε άκομψη πρώτον γιατί έγινε δημοσίως, δεύτερον γιατί περίπτωση να ξαναπροταθεί ο Παυλόπουλος δεν υπήρχε ούτε μια στο εκατομμύριο και τρίτον γιατί η πρόταση μάλλον δεν ήταν και εντελώς ανιδιοτελής. Ο Παυλόπουλος βλέπετε, εκλεγόταν επί σειρά ετών στην Α΄ Αθηνών για 14 συνεχόμενα χρόνια έχοντας προίκα χιλιάδες σταυρούς και σημαντική επιρροή στη συγκεκριμένη περιφέρεια που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τώρα υπέρ κάποιου συγκεκριμένου υποψηφίου.
Η προεδρολογία τελείωσε ως γνωστόν με την υπερψήφιση της Κατερίνας Σακελλαροπούλου και το θέμα έκλεισε. Και η Όλγα διορίστηκε τελικά υπουργός Τουρισμού στη δεύτερη κυβέρνηση Μητσοτάκη, μια θέση που έκανε την καρδιά της πέτρα και τελικά αποδέχθηκε.
Και φτάνουμε στα χθεσινά με την περίφημη τροπολογία που αφορά στη συνεπιμέλεια. Έχουμε όλη την καλή διάθεση να δεχτούμε ότι πράγματι υπερψηφίστηκε από 180 βουλευτές (ΝΔ, ΚΚΕ και 3 ανεξάρτητους), ενώ δήλωσαν παρών οι υπόλοιποι. Άρα ήταν μάλλον ευρείας αποδοχής. Να δεχτούμε επίσης ότι δεν ήταν φωτογραφική αν και κατατέθηκε με τη διαδικασία του επείγοντος, λίγες μόλις μέρες πριν τα Χριστούγεννα, σε άσχετο νομοσχέδιο για τον ΟΠΕΚΕΠΕ και με συνυπογράφουσα την υπουργό. Ας πούμε ότι όλα αυτά ήταν συμπτώσεις όπως και το ότι η υπουργός, προσέφυγε στα δικαστήρια λίγες μόνο μέρες μετά την ψήφιση της τροπολογίας που επίσης συμπωματικά την ευνοούσε στην προσωπική της υπόθεση.
Καμιά αμφιβολία λοιπόν οτι όλα έγιναν νομότυπα. Υπάρχει παρ’όλα αυτά προφανές θέμα ηθικής και πολιτικής τάξεως αν όχι και σύγκρουσης συμφερόντων. Και το «η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι μόνο τίμια αλλά και να φαίνεται», ειπώθηκε για ένα μάλλον πολύ ελαφρύτερο παράπτωμα. Και όταν ειπώθηκε, την πλήρωσε η Πομπηία Σύλλα, δεύτερη σύζυγος του Ιουλίου Καίσαρα η οποία δεν αποδείχτηκε μεν ανέντιμη, αλλά στα μάτια του κόσμου δεν φάνηκε και εντελώς αθώα. Γιατί έτσι γίνεται στην πολιτική και το δημόσιο βίο. Ο λαός είναι αυστηρός με τους αφέντες του. Και ειδικά με εκείνους που καταθέτουν τροπολογίες μαύρα μεσάνυχτα ακόμα και με τις καλύτερες των προθέσεων.
