Μπορεί ένα μετα - θεοκρατικό Ιράν να γίνει πλουραλιστικό;
Μ. Μαραγκουδάκης

Μπορεί ένα μετα - θεοκρατικό Ιράν να γίνει πλουραλιστικό;

Ας υποθέσουμε ότι η σημερινή εκστρατεία Ισραήλ - ΗΠΑ εναντίον του θεοκρατικού Ιράν για αλλαγή καθεστώτος επιτύχει τον σκοπό της. Πόσο πιθανόν είναι η αλλαγή αυτή να μην είναι καταστροφική, αλλά πράγματι να οδηγήσει σε καλύτερες ημέρες τον λαό του Ιράν; Σε μία εποχή που τα ατομικά δικαιώματα, η ελευθερία έκφρασης και συμπεριφοράς, και η πολιτική διαλλακτικότητα θα επικρατήσουν;

Για να απαντήσουμε, πρέπει πρώτα να ξεκαθαρίσουμε κάτι βασικό: το σημερινό Ιράν δεν είναι μια «παλιά» κοινωνία που απλώς αρνείται τον σύγχρονο κόσμο. Είναι ένα σύγχρονο κράτος με πανεπιστήμια, τεχνολογία, βιομηχανία, εκλογικές διαδικασίες και πολύπλοκη γραφειοκρατία. Η διαφορά είναι ότι η ανώτατη πολιτική εξουσία θεμελιώνεται θρησκευτικά, καθώς η πολιτική νομιμοποίηση δεν πηγάζει μόνο από τον λαό ή το σύνταγμα, αλλά από μια θρησκευτική αρχή.

Αν το Ιράν γινόταν «μετα - θεοκρατικό», αυτό δεν θα σήμαινε απαραίτητα ότι η θρησκεία θα εξαφανιζόταν από τη δημόσια ζωή. Θα σήμαινε κυρίως ότι η τελική πολιτική εξουσία δεν θα ανήκε σε μια θρησκευτική αυθεντία, αλλά σε θεσμούς που βασίζονται στη συνταγματική τάξη και στην πολιτική αντιπαράθεση.

Το ερώτημα, λοιπόν, είναι αν η ίδια η ιρανική κοινωνία έχει μέσα της τα στοιχεία που θα μπορούσαν να στηρίξουν έναν τέτοιο πλουραλισμό. Η απάντηση είναι ότι, πράγματι, υπάρχουν τέτοια στοιχεία. Το Ιράν έχει μια πολύ βαθιά ιστορία που ξεκινά πολύ πριν από το Ισλάμ.

Η αρχαία πρωτεύουσα Περσέπολη θυμίζει μια μεγάλη αυτοκρατορική παράδοση. Ο Ζωροαστρισμός, η παλιά θρησκεία της αυτοκρατορίας, δίδασκε ήδη από την αρχαιότητα την ηθική ευθύνη του ανθρώπου και την επιλογή ανάμεσα στο καλό και το κακό. Αυτή η ιστορική μνήμη δεν έχει χαθεί. Συνυπάρχει με τη σιιτική ισλαμική ταυτότητα που κυριαρχεί σήμερα.

Επιπλέον, η ιρανική κοινωνία είναι μορφωμένη και αστικοποιημένη. Υπάρχει έντονη διανοητική ζωή, δημόσια συζήτηση (έστω και περιορισμένη), και μια νεότερη γενιά που έχει επαφή με τον παγκόσμιο κόσμο μέσω της τεχνολογίας. Αυτό σημαίνει ότι δεν μιλάμε για μια κλειστή κοινωνία χωρίς εσωτερικές διαφοροποιήσεις.

Ωστόσο, ο πλουραλισμός δεν έρχεται αυτόματα με μια πολιτική αλλαγή. Το βασικό ζήτημα είναι πώς αντιλαμβάνεται μια κοινωνία τη διαφωνία. Αν η πολιτική σύγκρουση θεωρείται μάχη ανάμεσα στο «απόλυτα σωστό» και στο «απόλυτα λάθος», τότε η διαφορετική άποψη εύκολα αντιμετωπίζεται ως απειλή. Αν όμως η διαφωνία θεωρείται φυσιολογικό μέρος της δημόσιας ζωής, τότε μπορεί να ενσωματωθεί θεσμικά.

Ένα μετα - θεοκρατικό Ιράν θα μπορούσε να γίνει πλουραλιστικό εφόσον πραγματοποιηθούν ορισμένες βαθιές αλλά ταυτόχρονα ρεαλιστικές μετατοπίσεις στον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται και νοηματοδοτείται η δημόσια ζωή. Δεν πρόκειται απλώς για αλλαγή προσώπων ή για μια τυπική συνταγματική αναθεώρηση, αλλά για σταδιακή αναδιαμόρφωση της πολιτικής κουλτούρας. Ο πλουραλισμός δεν εγκαθίσταται με διατάγματα· απαιτεί μετασχηματισμό της αντίληψης περί εξουσίας, διαφωνίας και συλλογικής ταυτότητας.

Πρώτον, η πολιτική αντιπαράθεση θα χρειαστεί να πάψει να έχει χαρακτήρα ιερής σύγκρουσης. Όσο η πολιτική παρουσιάζεται ως μάχη ανάμεσα στο απόλυτα δίκαιο και στο απόλυτα άδικο, η διαφωνία βιώνεται ως ηθική απειλή και όχι ως φυσιολογικό στοιχείο της δημοκρατικής ζωής.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ο αντίπαλος δεν είναι απλώς φορέας άλλης άποψης, αλλά προσωποποίηση του σφάλματος ή της παρεκτροπής.

Αντίθετα, σε ένα πιο πλουραλιστικό σύστημα, οι αντίπαλες πολιτικές θέσεις αντιμετωπίζονται ως διαφορετικές προτάσεις για το κοινό μέλλον, που κρίνονται με επιχειρήματα και όχι με ηθικούς αφορισμούς.

Η μετάβαση από την απόλυτη ηθικοποίηση της πολιτικής σε μια κουλτούρα θεσμικής διαφωνίας αποτελεί κεντρική προϋπόθεση. Η αποδοχή της διαφωνίας ως νόμιμης και θεμιτής δεν αποδυναμώνει την κοινωνία· αντίθετα, την καθιστά πιο ανθεκτική, ευέλικτη και ώριμη.

Δεύτερον, η εθνική ταυτότητα θα πρέπει να λειτουργήσει ως κοινό πλαίσιο για όλους τους πολίτες, ανεξάρτητα από θρησκευτικές, ιδεολογικές ή πολιτισμικές διαφορές.

Το Ιράν διαθέτει μακραίωνη ιστορία και ισχυρή πολιτισμική αυτοσυνείδηση, που δεν περιορίζεται σε μία μόνο ερμηνεία της παράδοσης.

Η ιστορική του συνέχεια, η γλώσσα, η συλλογική μνήμη και η εμπειρία του κράτους συγκροτούν ένα ευρύτερο πεδίο ταύτισης. Αν αυτή η εθνική διάσταση αναδειχθεί ως συνεκτικός δεσμός, μπορεί να προσφέρει ένα κοινό σημείο αναφοράς που δεν αποκλείει, αλλά περιλαμβάνει.

Έτσι, διαφορετικές φωνές μπορούν να συνυπάρχουν χωρίς να αμφισβητείται η συνοχή του κράτους ή η ενότητα της κοινωνίας. Η εθνική ταυτότητα, σε αυτή την εκδοχή, δεν λειτουργεί ως εργαλείο αποκλεισμού, αλλά ως γέφυρα ανάμεσα σε ποικίλες κοινωνικές ομάδες.

Τρίτον, οι βασικοί θεσμοί - η δικαιοσύνη, το κοινοβούλιο, τα μέσα ενημέρωσης - θα χρειαστεί να αποκτήσουν ουσιαστική και όχι απλώς τυπική αυτονομία.

Αυτό σημαίνει ότι θα μπορούν να λειτουργούν χωρίς άμεση πολιτική ή ιδεολογική καθοδήγηση, διασφαλίζοντας ίση μεταχείριση των πολιτών, διαφάνεια στις αποφάσεις και λογοδοσία των αρχών.

Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης προστατεύει τα δικαιώματα ακόμη και των μειοψηφιών. Ένα ισχυρό κοινοβούλιο ενισχύει τη δημόσια συζήτηση και τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας. Ελεύθερα μέσα ενημέρωσης επιτρέπουν την κυκλοφορία ιδεών και την κριτική. Ο πλουραλισμός δεν είναι απλώς αφηρημένη αρχή· χρειάζεται σταθερούς θεσμούς που να τον υποστηρίζουν καθημερινά και να τον προστατεύουν από αυθαίρετες παρεμβάσεις.

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι ο πλουραλισμός δεν πρέπει να παρουσιαστεί ως «ξένη» ή «δυτική» ιδέα που επιβάλλεται από έξω. Αντίθετα, πρέπει να αναζητηθεί μέσα στην ίδια την ιρανική ιστορική εμπειρία, η οποία προσφέρει ήδη συγκεκριμένα παραδείγματα συνύπαρξης, ανεκτικότητας και πολιτισμικής σύνθεσης.

Ήδη από την αρχαιότητα, η αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών διοικούσε πολυεθνοτικές και πολυθρησκευτικές κοινωνίες χωρίς να επιβάλλει ενιαία λατρεία ή γλώσσα. Ο Κύρος ο Μέγας, μετά την κατάκτηση της Βαβυλώνας το 539 π.Χ., επέτρεψε στους εξόριστους λαούς - μεταξύ αυτών και στους Ιουδαίους - να επιστρέψουν στις πατρίδες τους και να αποκαταστήσουν τους ναούς τους. Το λεγόμενο «Κύλινδρος του Κύρου» συχνά ερμηνεύεται ως πρώιμη διακήρυξη σεβασμού των θρησκευτικών παραδόσεων των υπηκόων.

Η αυτοκρατορία διοικούνταν μέσω σατραπειών, με σημαντικό βαθμό τοπικής αυτονομίας. Αυτή η πρακτική δεν ήταν δημοκρατία με τη σύγχρονη έννοια, αλλά αποτελούσε μορφή διοικητικού πλουραλισμού μέσα σε ένα ενιαίο πολιτικό πλαίσιο.

Αργότερα, κατά την ισλαμική περίοδο, η ιρανική κοινωνία ανέπτυξε πλούσια διανοητική και θεολογική παράδοση. Στο σιιτικό Ισλάμ, η έννοια του ijtihad - της προσωπικής ερμηνευτικής προσπάθειας - επέτρεψε την ύπαρξη διαφορετικών νομικών και θεολογικών απόψεων. Στη δυναστεία των Σαφαβιδών (16ος–17ος αι.), όταν ο σιιτισμός καθιερώθηκε ως επίσημη θρησκεία, αναπτύχθηκαν διαφορετικές σχολές λόγιων που διαφωνούσαν σε ζητήματα δικαίου και πολιτικής θεολογίας. Στον 19ο αιώνα, η αντιπαράθεση μεταξύ των σχολών Usuli και Akhbari στο σιιτικό δίκαιο δείχνει ότι η εσωτερική διαφοροποίηση και ο θεολογικός διάλογος αποτελούσαν ζωντανή πραγματικότητα.

Παράλληλα, στην ιρανική λογοτεχνία και φιλοσοφία αναπτύχθηκε έντονος στοχασμός γύρω από την ανθρώπινη εμπειρία και την πνευματική ελευθερία. Ο Τζαλαλαντίν Ρουμί (1207–1273) ανέπτυξε μυστικιστική σκέψη που τόνιζε την εσωτερική αναζήτηση πέρα από στενά δογματικά όρια. Ο Χαφέζ (περ. 1315–1390) μέσα από την ποίησή του συχνά αμφισβητούσε τη θρησκευτική υποκρισία και εξυμνούσε την αμφιβολία και την εσωτερική αυθεντικότητα. Ακόμη και ο Ομάρ Χαγιάμ (1048–1131), με τα «Ρουμπαγιάτ», εξέφρασε σκεπτικισμό απέναντι στη βεβαιότητα και τον δογματισμό. Αυτές οι μορφές δεν εκπροσωπούν πολιτικό πλουραλισμό με σύγχρονους όρους, αλλά δείχνουν βαθιά ριζωμένη παράδοση πνευματικής πολυφωνίας.

Στη νεότερη εποχή, το Ιράν γνώρισε το Συνταγματικό Κίνημα του 1905–1911, που οδήγησε στην υιοθέτηση Συντάγματος το 1906 και στη σύσταση εθνικού κοινοβουλίου (Majlis).

Η εξέγερση αυτή στράφηκε κατά της αυθαίρετης μοναρχικής εξουσίας της δυναστείας των Κατζάρ και απαίτησε περιορισμό της εξουσίας μέσω νόμου. Το γεγονός ότι θρησκευτικοί λόγιοι, έμποροι και διανοούμενοι συνεργάστηκαν για τη δημιουργία αντιπροσωπευτικών θεσμών δείχνει ότι η ιδέα θεσμικού περιορισμού της εξουσίας δεν ήταν εξωτερικό δάνειο, αλλά εσωτερικό αίτημα.

Ακόμη και στον 20ό αιώνα, κατά τη δεκαετία του 1950, η κυβέρνηση του Μοχαμάντ Μοσαντέκ επιχείρησε να ενισχύσει τον κοινοβουλευτισμό και την εθνική κυριαρχία μέσω της εθνικοποίησης του πετρελαίου το 1951. Παρότι η περίοδος αυτή τερματίστηκε βίαια το 1953, αποτέλεσε στιγμή έντονης πολιτικής κινητοποίησης και δημόσιας διαβούλευσης.

Η συνύπαρξη, λοιπόν, αρχαίας αυτοκρατορικής διαχείρισης ποικιλομορφίας, ισλαμικής ερμηνευτικής παράδοσης, λογοτεχνικής πνευματικής ελευθερίας και νεωτερικών συνταγματικών θεσμών δείχνει ότι η ιρανική κοινωνία έχει επανειλημμένα συνθέσει διαφορετικά πολιτισμικά στοιχεία. Δεν πρόκειται για μονολιθικό πολιτισμό, αλλά για πολυστρωματική ιστορική εμπειρία, όπου η προσαρμογή και η σύνθεση αποτελούν επαναλαμβανόμενο μοτίβο.

Ο πλουραλισμός, επομένως, μπορεί να παρουσιαστεί ως συνέχεια αυτής της ικανότητας σύνθεσης και όχι ως ρήξη με το παρελθόν. Μπορεί να νοηθεί ως εσωτερική εξέλιξη, συμβατή με την πολιτισμική αυτοσυνείδηση της χώρας — ως αναβίωση και εκσυγχρονισμός υπαρχουσών παραδόσεων ανεκτικότητας, διαλόγου και θεσμικής ισορροπίας που ήδη υπάρχουν στην ιρανική ιστορία.

Συμπερασματικά, ένα μετα-θεοκρατικό Ιράν θα μπορούσε να καλλιεργήσει πλουραλισμό, εφόσον η μετάβαση οργανωθεί με τρόπο που να διατηρεί τη συλλογική αυτοσυνείδηση και τη θεσμική σταθερότητα της κοινωνίας. Η χώρα δεν είναι πολιτισμικά καταδικασμένη ούτε στον αυταρχισμό ούτε σε μία και μόνο μορφή διακυβέρνησης.

Η ιστορία της δείχνει ικανότητα προσαρμογής και μετασχηματισμού. Το αν θα κινηθεί προς μεγαλύτερη πολιτική και κοινωνική πολυφωνία θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο θα μπορέσει να επαναπροσδιορίσει δημιουργικά τη σχέση ανάμεσα στη θρησκεία, το έθνος και την πολιτική εξουσία. Αν αυτή η σχέση αναδιατυπωθεί με τρόπο που να επιτρέπει σε περισσότερες φωνές να ακουστούν χωρίς να διαρρηχθεί η κοινωνική συνοχή, τότε ο πλουραλισμός δεν θα είναι απλώς πιθανότητα, αλλά ρεαλιστικό ενδεχόμενο.


* Ο Μανούσος Μαραγκουδάκης είναι Καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου