Κυρ. Μητσοτάκης: Έθεσε για πρώτη φορά άρση του casus belli - Τα μηνύματα στον Ερντογάν

Κυρ. Μητσοτάκης: Έθεσε για πρώτη φορά άρση του casus belli - Τα μηνύματα στον Ερντογάν

Με τον πήχη των προσδοκιών να είναι εξαρχής χαμηλά και την «βαριά» ατζέντα επισήμως εκτός συζήτησης, το ζητούμενο στη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ταγίπ Ερντογάν ήταν το κλίμα, που το πρώτο τετ-α-τετ των δύο ηγετών από τον Σεπτέμβριο του 2024 στη Νέα Υόρκη, θα απέπνεε, με την Αθήνα να την χαρακτηρίζει σημαντική, ώστε να υπογραμμιστεί η αναγκαιότητα των ανοικτών διαύλων για την αποφυγή κρίσεων και την αποκλιμάκωση εντάσεων, άποψη που φάνηκε στις δηλώσεις του να συμμερίζεται και ο Τούρκος πρόεδρος.

Ένας λόγος παραπάνω, καθώς η συνεδρίαση του 6ου Ανώτατου Συμβουλίου Ελλάδας-Τουρκίας, διεξήχθη σε ένα διεθνές περιβάλλον εντελώς διαφορετικό από την προηγούμενη συνάντηση των δύο αντιπροσωπειών, τον Δεκέμβριο του 2023. 

Μπορεί τα μείζονα να απουσίαζαν επισήμως από την ατζέντα των συνομιλιών, ήταν «παρόντα», ωστόσο, στις δηλώσεις των δύο ηγετών. Για πρώτη φορά δημοσίως και μάλιστα επί τουρκικού εδάφους, ο Έλληνας πρωθυπουργός έθεσε, με πολύ προσεκτικό τρόπο και διπλωματική γλώσσα, το θέμα του casus belli. «Είναι καιρός να αρθεί κάθε απειλή, τυπική και ουσιαστική, στις μεταξύ μας σχέσεις, αν όχι τώρα πότε;» είπε ο κ. Μητσοτάκης ενώπιον του Τούρκου προέδρου. 

Είχε προηγηθεί η αναφορά και των δύο ηγετών στα θέματα διαφωνίας. «Έχουμε ακανθώδη ζητήματα που όμως δεν είναι άλυτα, μπορούν να λυθούν στη βάση του Διεθνούς Δικαίου» είπε ο Ταγίπ Ερντογάν - αρκεί να υπάρχει η βούληση, όπως σημείωσε - «οι συνθήκες θα επιτρέψουν μια εξέλιξη προς αυτή την κατεύθυνση» ανταπάντησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, επαναλαμβάνοντας, ωστόσο, την ελληνική θέση, που όπως είπε παραμένει σταθερή, ότι μόνη διαφορά ο καθορισμός οικονομικών ζωνών και υφαλοκρηπίδας.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανέλαβε τις ελληνικές θέσεις για το κυπριακό και την ανάγκη επανέναρξης των συνομιλιών, από το σημείο που σταμάτησαν στο Γκραν Μοντανά, ενώ απαντώντας στις πάγιες αναφορές του Τούρκου προέδρου περί τουρκικής μειονότητας στη Θράκη, υπογράμμισε ότι «το καθεστώς τους προσδιορίζεται με σαφήνεια από τη Συνθήκη της Λωζάνης», σημειώνοντας ότι μαζί με την ελληνική μειονότητα στην Κωνσταντινούπολη «μπορούν να γίνουν γέφυρες συνεργασίας» μεταξύ των δύο χωρών.

Ο πρωθυπουργός έκανε λόγο για στρατηγική επιλογή, που έγινε από τις δύο χώρες το 2023, «να εντάξουμε τις επαφές μας σε μια δομημένη προσέγγιση, τον πολιτικό διάλογο, τη θετική ατζέντα και τα ΜΟΕ» αποκαθιστώντας «ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας», όπως είπε και καθιερώνοντας «ένα νέο υπόδειγμα συνεργασίας».

Το μήνυμα της Αθήνας ήταν σαφές, «Ελλάδα και Τουρκία καλούμαστε να διαχειριζόμαστε τα προβλήματά μας, ακόμη κι όταν διαφωνούμε είναι σημαντικό να μην οδηγούμαστε σε κρίσεις και σε εντάσεις» τόνισε ο πρωθυπουργός, εκτιμώντας ότι η προσπάθεια αυτή έχει ήδη αποδώσει. Ο κ. Μητσοτάκης ανέδειξε την ανάγκη περαιτέρω συνεργασίας στον τομέα της μετανάστευσης, κάνοντας αναφορά και στο πρόσφατο τραγικό περιστατικό στη Χίο, επισημαίνοντας τη συνολική μείωση των ροών, που έχει καταγραφεί, ενώ αναφέρθηκε στις εμπορικές σχέσεις των δύο χωρών, με στόχο οι εμπορικές συναλλαγές να φθάσουν τα 10 δις.

Συρία και παλαιστινιακό βρέθηκαν, επίσης, στο επίκεντρο των δηλώσεων των δύο ηγετών, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να επισημαίνει ότι η Ελλάδα υποστηρίζει σθεναρά τη λύση των δύο κρατών στη Μέση Ανατολή, ως τη μόνη λύση για την ειρήνη στην περιοχή, θέτοντας ως προϋπόθεση τον πλήρη αφοπλισμό της Χαμάς και εκφράζοντας την κατηγορηματική αντίθεση της Αθήνας σε όποιο σχέδιο μπορεί να οδηγήσει σε προσάρτηση της Δυτικής Όχθης από το Ισραήλ, ενώ υπογράμμισε τη δυνατότητα Ελλάδα και Τουρκία να συνεργαστούμε για την ανοικοδόμηση της Συρίας. Να διατηρήσει η Ελλάδα, ως μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, το παλαιστινιακό στη διεθνή ατζέντα, ζήτησε ο Τούρκος πρόεδρος.

Κυριάκος Μητσοτάκης και Ταγίπ Ερντογάν συνυπέγραψαν τη διακήρυξη του 6ου Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας, μετά την κατ’ ιδίαν συνάντησή τους, που διήρκησε μιάμιση ώρα, κατά την οποία οι δύο ηγέτες προχώρησαν στην επισκόπηση των διμερών σχέσεων και συζήτησαν περιφερειακά και διεθνή ζητήματα, με επίκεντρο και τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή. Παρόντες στη συνάντηση του Έλληνα πρωθυπουργού με τον Τούρκο πρόεδρο πριν από την έναρξη της 6ης Συνόδου του Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας, ήταν οι υπουργοί Εξωτερικών των δύο χωρών, Γιώργος Γεραπετρίτης και Hakan Fidan και οι διπλωματικοί σύμβουλοι των δύο ηγετών, ο πρέσβης Μίλτον Νικολαϊδης και ο Akif Cagatay Kilic.

Το 6ο Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας κατέληξε στην υπογραφή σειράς συμφωνιών σε θέματα χαμηλής πολιτικής, καθώς  εκτός από τον Γιώργο Γεραπετρίτη, τον πρωθυπουργό συνόδευσαν και παρέστησαν στη συνεδρίαση, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, ο υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος, ο υπουργός Υποδομών και Μεταφορών Χρήστος Δήμας, ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη Μιχάλης Χρυσοχοϊδης, η υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού Σοφία Ζαχαράκη, ο υπουργός Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας Γιάννης  Κεφαλογιάννης, ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου Θάνος Πλεύρης και η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη.

Πρόκειται για το Μνημόνιο Κατανόησης για τη συνεργασία στον τομέα του Πολιτισμού, την Κοινή Δήλωση για τη Συνεργασία των υπουργείων Εξωτερικών Ελλάδας και Τουρκίας στο πλαίσιο του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας Ευξείνου Πόντου, την Κοινή Δήλωση για τη συνεργασία ανάμεσα στο ‘’Enterprise Greece’’ και το ‘’Invest in Turkiye’’, την Κοινή Δήλωση για την έναρξη του προγράμματος διμερούς συνεργασίας στην έρευνα και την τεχνολογία, την Κοινή Δήλωση για την ενίσχυση της διμερούς συνεργασίας στον τομέα της ετοιμότητας έναντι σεισμών, την Koινή Δήλωση για τη δρομολόγηση ακτοπλοϊκής σύνδεσης ανάμεσα στα λιμάνια της Θεσσαλονίκης και της Σμύρνης.

Εξαρχής, στόχος της ελληνικής κυβέρνησης ήταν η διατήρηση και ενίσχυση των ανοικτών διαύλων επικοινωνίας και η εδραίωση μιας λειτουργικής σχέσης με την Τουρκία, σε μια διεθνή συγκυρία γεμάτη αβεβαιότητα και αστάθεια, όπως επεσήμαναν από το Μέγαρο Μαξίμου.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μετέβη, άλλωστε, στην Άγκυρα αναγνωρίζοντας ότι δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή σύγκλιση για την εκκίνηση της συζήτησης για τη διευθέτηση της μοναδικής διαφοράς που αναγνωρίζει η Αθήνα και που μπορεί να αχθεί ενώπιον διεθνούς δικαιοδοσίας, δηλαδή της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Για την Αθήνα, το κλίμα των τελευταίων δυόμιση ετών έχει οδηγήσει σε «κεκτημένα», όπως τα χαρακτηρίζουν στο κυβερνητικό επιτελείο, όπως η μείωση της παραβατικότητας στον αέρα, η καλύτερη συνεργασία στο μεταναστευτικό και τη συνολική μείωση των ροών, η διευκόλυνση της χορήγησης βίζας σύντομης διάρκειας για τους Τούρκους πολίτες και τις οικογένειές τους σε 12 νησιά του Αιγαίου και η εμβάθυνση του διμερούς εμπορίου.

Νέο, κοινό, στοιχείο στη «θεώρηση» των ελληνοτουρκικών σχέσεων από τους κυρίους Μητσοτάκη και Ερντογάν, που μάλλον αντανακλά και στο κλίμα των δηλώσεων των δύο ηγετών, η άποψη, που συμμερίζονται Αθήνα και Άγκυρα, ότι τα ζητήματα που αφορούν τις δύο χώρες θα πρέπει να συζητούνται σε διμερές επίπεδο και ότι η βελτίωση του κλίματος στις διμερείς σχέσεις είναι προς όφελος της σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή.