Σε λίγες ώρες αναμένεται ο 6ος Κύκλος του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας – Τουρκίας, όπου πέραν μιας πλειάδας Υπουργών, θα καθίσουν στο τραπέζι και οι Ηγέτες των δύο χωρών. Δεδομένης της μη πραγματοποίησης της προηγούμενης προγραμματισμένης διμερούς συνάντησης, στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, στη Νέα Υόρκη, τον περασμένο Σεπτέμβριο, η σημερινή αναμένεται με ενδιαφέρον. Διεξάγεται, δε σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη γεωπολιτική συγκυρία, αλλά και στον απόηχο προκλητικών δηλώσεων και ενεργειών στο πεδίο, από την απέναντι πλευρά του Αιγαίου.
Θα πρέπει εξαρχής να επισημάνουμε ότι αν κάτι θα πρέπει να θεωρείται ως «εκ των ων ουκ άνευ», είναι η διατήρηση ενός ανοικτού διαύλου επικοινωνίας μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, τόσο σε πολιτικό όσο και σε στρατιωτικό επίπεδο, εφόσον βέβαια οι προκλήσεις της γειτονικής χώρας δεν καταστήσουν κάτι τέτοιο απολύτως αδύνατο. Για παράδειγμα, η έμπρακτη αμφισβήτηση της εθνικής μας κυριαρχίας, και όχι μόνο των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, δεν μπορεί να απαντηθεί με διάλογο, παρά μόνο με άμεση και αποφασιστική δράση στο πεδίο.
Τούτου δοθέντος, η σαφώς επιθετική στάση – όχι απλώς ρητορική - της Τουρκίας, περί «αποστρατιωτικοποίησης των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου», περί «γκρίζων ζωνών», περί «συνόρων καρδιάς» και περί «καταπιεσμένων εθνικών μειονοτήτων», ανεξάρτητα αν στοχεύει κυρίως στο εσωτερικό της ακροατήριο, αποτελεί σαφή πρόκληση και δημιουργεί, δικαιολογημένα, αρνητικό κλίμα στην ελληνική κοινή γνώμη. Αν σ’ αυτά προστεθούν και το υφιστάμενο, παρωχημένο και μη αποδεκτό πλέον στον 21ο αιώνα, casus belli και το - ενάντια σε κάθε πρόβλεψη του Δικαίου της Θάλασσας – παράνομο αφήγημα περί «γαλάζιας πατρίδας», καθώς και οι πρόσφατα αναβαθμισμένες παράτυπες NAVTEX, δημιουργείται ένα εκρηκτικό μείγμα και οδηγεί στο εύλογο ερώτημα του «τι έχουν να πουν οι δύο Ηγέτες και γιατί να συζητάμε με τους γείτονες;».
Η απάντηση, λοιπόν, σ’ αυτό προκύπτει εμμέσως, αν αναλογιστούμε ότι στις διεθνείς σχέσεις η αυτοσυγκράτηση και η υπομονή είναι βασικά χαρακτηριστικά επιτυχίας, όταν όμως εντάσσονται στις προβλέψεις μιας πάγιας Εθνικής Στρατηγικής και δεν είναι απόρροια αδυναμίας, άγνοιας ή κακής εκτίμησης του περιβάλλοντος. Οι απαράδεκτες προκλήσεις της Τουρκίας, λοιπόν, δεν θα πρέπει να ωθήσουν τη χώρα μας σε διακοπή ή άρνηση του διαλόγου, ιδιαίτερα κατά την παρούσα συγκυρία, για μια σειρά από λόγους:
Κατ' αρχάς, θα πρέπει να αποφευχθεί η προσπάθεια της Τουρκίας να επιρρίψει στην Ελλάδα την ευθύνη αποτυχίας των διμερών επαφών («blame game»). Άλλωστε, στη λογική αυτή εντάσσονται οι τελευταίες δηλώσεις του Ομερ Τσελίκ, εκπροσώπου τύπου του κυβερνώντος κόμματος (ΑΚΡ), αναφορικά με την διαρκή «στρατιωτικοποίηση των νησιών» από ελληνικής πλευράς, αλλά και του Υπουργείου Άμυνας, που αναφέρεται στην «απαράδεκτη αξίωση» επέκτασης των χωρικών υδάτων της Ελλάδας στα 12 ν.μ., καθώς και την προσωπική επίθεση στον Έλληνα Υπουργό Άμυνας, κάτι που δεν συνάδει με τη διπλωματική πρακτική τις παραμονές μιας διμερούς συνάντησης.
Επιπροσθέτως, η διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας είναι δυνατόν να οδηγήσει σε εκτόνωση κρίσεων που οφείλονται, όχι σε στρατηγική επιλογή κλιμάκωσης, αλλά σε λάθος υπολογισμό ή ατύχημα στο πεδίο, όπως έχει αποδειχθεί αρκετές φορές κατά το παρελθόν. Τέλος, κατά την παρούσα συγκυρία, τόσο η Τουρκία όσο και η χώρα μας δεν επιθυμούν «ταραγμένα νερά», η καθεμιά για τους δικούς της λόγους:
Για τη μεν Τουρκία, το τελευταίο πράγμα που θα ήθελε, είναι να αναζωπυρώσει ένα «εν υπνώσει» μέτωπο στα δυτικά της, όταν οι εξελίξεις σε όλα τα υπόλοιπα μέτωπά της είναι καταιγιστικές, άλλοτε θετικές (πχ Συρία, τουλάχιστον προς το παρόν), άλλοτε αρνητικές (Ιράν και Γάζα). Η δε χώρα μας χρειάζεται περισσότερο χρόνο να ανακάμψει, εξερχόμενη από μία δεκαετή και πλέον οικονομική κρίση, που οδήγησε σε συρρίκνωση του ΑΕΠ και, κατ’ επέκταση, σε πραγματική εγκατάλειψη των Ενόπλων Δυνάμεών μας, χωρίς ουσιαστική ενίσχυση και εκσυγχρονισμό. Η άφιξη των νέων πολεμικών αεροσκαφών και ναυτικών μονάδων, σε βάθος πενταετίας, θα αναβαθμίσει ουσιαστικά τις αμυντικές μας δυνατότητες. Και δεν θα πρέπει να παραγνωρίζουμε, ότι η Αποτροπή λειτουργεί όταν συνυπάρχουν, και δεν αμφισβητούνται από τον αντίπαλο, η πολιτική βούληση, οι ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις και ένα ουσιαστικό πλέγμα συμμαχιών και διεθνών σχέσεων, που να βασίζεται σε ευθυγράμμιση συμφερόντων.
Συνεπώς, η συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν δεν αναμένεται να παράξει κάποιο αποτέλεσμα, αναφορικά με τη μοναδική διμερή διαφορά μας, δηλαδή την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών, κατά τις προβλέψεις του Δικαίου της Θάλασσας, η οποία και έχει εξαρχής δηλωθεί ότι δεν θα βρίσκεται στην ατζέντα των συνομιλιών. Θα περιοριστεί, ασφαλώς, στη λεγόμενη «θετική ατζέντα χαμηλής πολιτικής» με θέματα αμοιβαίως επωφελή όπως οικονομία, εμπόριο, τουρισμός, πολιτική προστασία, δημόσια ασφάλεια, καθώς και μεταναστευτικό και διαδικασίες ασύλου. Αναμένεται, δε, να υπογραφούν και αρκετές διμερείς συμφωνίες, και για το λόγο αυτό τον Πρωθυπουργό συνοδεύουν και οι αντίστοιχοι Υπουργοί της Κυβέρνησης. Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει ότι δεν απαιτείται πολύ προσεκτική προετοιμασία και ιδιαίτερη προσοχή.
Συνοψίζοντας, δεδομένου του υφισταμένου πλαισίου, ο 6ος Κύκλος του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας δεν θα αποτελέσει πεδίο «λύσεων», αλλά εργαλείο διαχείρισης ρίσκου: διατηρεί διαύλους, αποτρέπει το «blame game» και μειώνει την πιθανότητα ατυχήματος, ενώ επιτρέπει πρακτικές συμφωνίες χαμηλής πολιτικής, με σαφές όριο την αδιαπραγμάτευτη κυριαρχία. Παράλληλα «κερδίζεται» κρίσιμος χρόνος, αρκεί αυτό να μην δημιουργεί αφελή και επικίνδυνο εφησυχασμό, αλλά εγρήγορση και προετοιμασία συγκεκριμένων και αποφασιστικών βημάτων στο κατάλληλο timing…
* Ο Στάθης Κυριακίδης είναι Υποναύαρχος (εα), στρατηγικός αναλυτής και μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Strategy International.
