Η συνάντηση Μητσοτάκη - Ανδρουλάκη και η ανησυχία για την ελληνική οικονομία
Eurokinissi
Eurokinissi

Η συνάντηση Μητσοτάκη - Ανδρουλάκη και η ανησυχία για την ελληνική οικονομία

Οι καταιγιστικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και οι αναταράξεις στο γεωστρατικό και οικονομικό πεδίο, επιδρούν και στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό.

Στο αίτημα κομμάτων της αντιπολίτευσης για σύγκληση του Συμβουλίου Πολιτικών Αρχηγών, το Μέγαρο Μαξίμου απάντησε με την πρόθεση του Κυριάκου Μητσοτάκη να ενημερώσει κατ’ ιδίαν όποιον πολιτικό αρχηγό το ζητήσει, ξεκινώντας αυτό τον κύκλο επαφών με τον Νίκο Ανδρουλάκη, ο οποίος κατέθεσε σχετικό αίτημα.

Η συνάντηση των δύο στο γραφείο του πρωθυπουργού στη Βουλή διήρκεσε περίπου 45 λεπτά, κατά την οποία ο κ. Μητσοτάκης ενημέρωσε τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ για όλες τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή, αλλά και την αμυντική συνδρομή της Ελλάδας στην Κύπρο. Κυβερνητικές πηγές σημείωναν ότι στη συνάντηση “υπήρξε πλήρης ενημέρωση από τον κ. Μητσοτάκη στον κ. Ανδρουλάκη, σε πολύ καλό κλίμα, όπως πρέπει να γίνονται αυτές οι συναντήσεις”, υπογραμμίζοντας ότι “αυτό επιβάλουν οι περιστάσεις αλλά και η θεσμική τάξη”.

Ο πρωθυπουργός έκανε λόγο για «πολύ κρίσιμες εξελίξεις» και για έναν «διευρυμένο πόλεμο», θέτοντας ως προτεραιότητες για την ελληνική κυβέρνηση την «προστασία αλλά και στον ασφαλή επαναπατρισμό των πολλών χιλιάδων Ελλήνων που βρίσκονται αυτή τη στιγμή εγκλωβισμένοι σε διάφορα κράτη του Κόλπου», -επισημαίνοντας ότι έχει γίνει ήδη μία πολύ σοβαρή δουλειά προετοιμασίας, αλλά έως ότου ανοίξουν οι εναέριοι χώροι για να μπορέσουν να δρομολογηθούν πτήσεις, η απομάκρυνσή τους είναι δύσκολη- την “ασφάλεια των ναυτικών μας, καθώς έχουμε πολλά πλοία στην ευρύτερη περιοχή του Περσικού Κόλπου” -υπογραμμίζοντας ότι το Υπουργείο Ναυτιλίας έχει κάνει όλες τις σχετικές κινήσεις- αλλά και την συνδρομή της Κυπριακής Δημοκρατίας.

«Οποιαδήποτε απειλή κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας, κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι επί της αρχής απαράδεκτη” τόνισε ο κ. Μητσοτάκης, τονίζοντας ότι “η ελληνική διπλωματία αλλά και οι αναβαθμισμένες ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις τίθενται στην υπηρεσία του οικουμενικού Ελληνισμού και δεν νομίζω ότι είναι υπερβολή να πω ότι σήμερα η σημαία μας και η καρδιά μας βρίσκεται στην Κύπρο».

Ο κ. Μητσοτάκης εκφράζοντας την θέση της ελληνικής κυβέρνησης, αλλά και την ανησυχία για τις εξελίξεις, επεσήμανε ότι επιδίωξη της Ελλάδας είναι “μία γρήγορη αποκλιμάκωση, γνωρίζοντας ιστορικά ότι κάθε φορά που είχαμε διευρυμένες συγκρούσεις στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, είχαμε πολύ δυσάρεστες και γεωπολιτικές επιπτώσεις και ανθρωπιστικές κρίσεις και προφανώς και οικονομικές συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία”.

Σε χαμηλούς τόνους ήταν και η τοποθέτηση του Νίκου Ανδρουλάκη, ο οποίος επεσήμανε ότι “η χώρα μας σταθερά είναι πυλώνας ασφάλειας, πυλώνας σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου στην ευρύτερη περιοχή”, εκφράζοντας την θέση του ότι “η στρατιωτική μας παρουσία κάτω από τις παρούσες συνθήκες στην Ανατολική Μεσόγειο πρέπει να συνδέεται με την προστασία του Ελληνισμού, και ειδικότερα του κυπριακού Ελληνισμού, που είναι εγγύτερα στην εμπόλεμη ζώνη, και ότι δεν πρέπει να υπάρξει κανένα σενάριο εμπλοκής της χώρας στον πόλεμο που διεξάγουν οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και το Ισραήλ με το Ιράν”. Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ζήτησε η χώρα να αναλάβει πρωτοβουλίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όπως και να δοθεί προσοχή στους Έλληνες που είναι εγκλωβισμένοι.

Ο πρωθυπουργός είχε ενημερώσει νωρίτερα και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνο Τασούλα, με τον οποίο επικοινώνησε τηλεφωνικά.

Την ίδια ώρα, τα κόμματα της αριστεράς ζητούν ρητή δέσμευση από την κυβέρνηση ότι δεν θα υπάρξει καθ’ οιονδήποτε τρόπο εμπλοκή της χώρας στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, επαναφέροντας στο προσκήνιο τις κατηγορίες περί “πρόθυμου και δεδομένου συμμάχου”, πυροδοτώντας ένα ακόμη πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης. 

Η κυβέρνηση απαντά επαναλαμβάνοντας την θέση της για σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου και ανάγκη αποκλιμάκωσης, σημειώνοντας, ωστόσο, ότι πρέπει να διασφαλιστεί ο αποτελεσματικός έλεγχος του πυρηνικού και βαλλιστικού προγράμματος του Ιράν, ώστε να αποτραπεί η απόκτηση πυρηνικού όπλου. Τον τόνο, που η κυβέρνηση θα χρησιμοποιήσει, πάντως, τον έδωσε, χθες, ο Παύλος Μαρινάκης, δηλώνοντας ότι “δεν πρόκειται σε μία τόσο κρίσιμη συγκυρία, να βάλουμε ως προτεραιότητα την ικανοποίηση διάφορων που το μόνο που τους νοιάζει, είναι να ικανοποιήσουν τις ιδεοληψίες τους”.

Αντίστοιχη απάντηση, αλλά κοιτώντας προς τα “δεξιά” της κυβέρνησης, δίνουν κυβερνητικά στελέχη, στον απόηχο της αμυντικής στήριξης της Αθήνας στη Λευκωσία. Είναι χαρακτηριστική η αναφορά του Τάσου Χατζηβασιλείου, ο οποίος έκανε λόγο για απόφαση εθνικής ευθύνης, διερωτώμενος, μάλιστα, “πού είναι τώρα οι πατριδοκάπηλοι που κατηγορούσαν Μητσοτάκη-Γεραπετρίτη ότι η Ελλάδα έχει αφήσει την Κύπρο στη τύχη της;”.

Εν μέσω μιας ακόμη κρίσιμης στρατιωτικής σύγκρουσης, το κυβερνητικό επιτελείο επαναφέρει την σημασία της σταθερότητας σε τα επίπεδα, με το Μέγαρο Μαξίμου να τονίζει ότι αποδεικνύεται “πόσο σημαντικό είναι η Ελλάδα να έχει μια Κυβέρνηση σταθερή, η οποία με τις αποφάσεις της και σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής και σε επίπεδο άμυνας και σε οικονομικό επίπεδο, μεγαλώνει και ισχυροποιεί τη χώρα”. Την ώρα που ο προβληματισμός εντείνεται για τις επιπτώσεις του πολέμου τόσο στο γεωστρατηγικό, όσο και το οικονομικό επίπεδο -με την “έκρηξη” της τιμής φυσικού αερίου και πετρελαίου να επιτείνει την ανησυχία- και με τα σενάρια περί μέτρων στήριξης ώστε να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες του πολέμου να βρίσκονται ήδη στο τραπέζι, στην κυβέρνηση υπογραμμίζουν ότι τα στοιχεία της ελληνικής οικονομίας, όπως η ανάπτυξη με διπλάσιο ρυθμό από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, είναι σημαντικά, σε μια δύσκολη περίοδο, γεμάτη αβεβαιότητες.

Από το κυβερνητικό επιτελείο στέκονται στην ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας, σημειώνοντας αυτή έχει αποδειχθεί απέναντι σε εξωγενείς κρίσεις, αλλά και ότι το ισχύον δημοσιονομικό πλαίσιο και ο ευρωπαϊκός κανόνας δαπανών αποτελούν εγγύηση για τη συνέχεια του οικονομικού προγραμματισμού, ακόμη και υπό αντίξοες συνθήκες. Επισημαίνεται, δε, ότι αντίστοιχα δυσμενή σενάρια έχουν ήδη ενσωματωθεί ως σενάρια ευαισθησίας στον προϋπολογισμό για το 2026, με την εκτίμηση να παραμένει ότι ενδεχόμενη αρνητική επίδραση θα είναι διαχειρίσιμη.

Στο Μέγαρο Μαξίμου εκτιμούν, πάντως, ότι το εύρος των τελικών επιπτώσεων θα κριθεί από τη διάρκεια και την ένταση της κρίσης και μόνο όταν θα υπάρχουν όλα τα δεδομένα θα ληφθούν και οι τελικές αποφάσεις, επισημαίνοντας ότι υπάρχουν τα δημοσιονομικά και τα θεσμικά εργαλεία για να παρέμβει, προκειμένου να θωρακίσει την πραγματική οικονομία.