Η κυριαρχία Μητσοτάκη και η τρικυμία στην αντιπολίτευση
Δημοσκοπήσεις

Η κυριαρχία Μητσοτάκη και η τρικυμία στην αντιπολίτευση

Οι πρώτες δημοσκοπήσεις της νέας χρονιάς προσμετρούν πλέον ένα νέο δεδομένο και καταγράφουν δύο «σταθερές» και αρκετά «θολά σημεία» για το πολιτικό σκηνικό, που όπως φαίνεται θα χρειαστεί αρκετός χρόνος για να αποσαφηνιστούν. 

Η «συνθήκη» που δεν φαίνεται να αλλάζει και τείνει να αποτελέσει τη «σταθερά» του πολιτικού σκηνικού, παρά τις μεταβολές των δεδομένων - είτε αυτά αφορούν στην πρόθεση δημιουργίας νέων κομμάτων, είτε αφορούν στα «ανοιχτά μέτωπα» που η κυβέρνηση καλείται να διαχειριστεί - είναι ότι η Νέα Δημοκρατία εμφανίζεται να διατηρεί την πρώτη θέση, επιδεικνύοντας στοιχεία ανθεκτικότητας τέτοια, που δεν φαίνεται να «απειλείται» αυτή την ώρα από κανένα κόμμα της αντιπολίτευσης, όπως και ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξακολουθεί να διαθέτει ένα ισχυρό προσωπικό πολιτικό κεφάλαιο, που τον καθιστά από τους ερωτηθέντες ως τον καταλληλότερο για την πρωθυπουργία.

Το νέο δεδομένο στις μετρήσεις, είναι η διακηρυγμένη πλέον, πρόθεση της κ. Μαρίας Καρυστιανού, να προχωρήσει στη δημιουργία νέου κόμματος, που έρχεται να προστεθεί στη διαφαινόμενη πρόθεση του Αλέξη Τσίπρα να επιστρέψει στην κεντρική πολιτική σκηνή με ένα νέο σχήμα.

Τα «θολά σημεία» αφορούν στο σύνολο του αντιπολιτευτικού χώρου, καθώς αυτή την ώρα, μπορεί το ΠΑΣΟΚ να διατηρεί μεν τη δεύτερη θέση - με την απόστασή του από την «κορυφή» να παραμένει μεγάλη, όπως σε όλο το προηγούμενο διάστημα - ωστόσο οι «υποθέσεις εργασίας» που διατυπώνονται στις μετρήσεις, αφήνουν περιθώρια αλλαγών για το ποιος τελικά θα μπορούσε να βρεθεί στη δεύτερη θέση, αν γίνονταν τώρα εκλογές. Όπως «θολό» παραμένει και πόσα από τα σημερινά κοινοβουλευτικά κόμματα, θα βρίσκονταν στην επόμενη Βουλή και πόσα θα άφηναν εκτός οι δύο νέοι πολιτικοί σχηματισμοί.

Η πρόσθεση νέων κομμάτων σε μια εκλογική αναμέτρηση προκαλεί «τσουνάμι» που πλήττει όλο τον αντιπολιτευτικό χώρο, τόσο στα αριστερά, όσο και τα δεξιά, εξαιτίας της εκλογικής «δεξαμενής» στην οποία απευθύνονται. Όπως επισημαίνουν αναλυτές, ωστόσο, οι προβλέψεις είναι παρακινδυνευμένες, καθώς σε πολλές περιπτώσεις τα εκλογικά τους «κοινά» επικαλύπτονται, με ερωτηθέντες να δηλώνουν ότι θα μπορούσαν να ψηφίσουν περισσότερα από ένα κόμμα.

Το μόνο σαφές συμπέρασμα είναι ότι η παρουσία τους θα αλλάξει τους συσχετισμούς στην αντιπολίτευση, αναδεικνύοντας ένα ενισχυμένο κύμα «αντισυστημικής ψήφου», που οι δημοσκόποι βλέπουν να διαμορφώνεται. 

Άπαντες, ωστόσο, συμφωνούν ότι η εικόνα των δημοσκοπήσεων, από την δεύτερη θέση και κάτω, αυτή την ώρα τελεί υπό αίρεση και δεν θα ξεκαθαρίσει έως ότου τα δύο νέα κόμματα βρεθούν επισήμως στις ερωτήσεις της πρόθεσης ψήφου. Η ΝΔ φαίνεται να καταγράφει τις δυνητικά λιγότερες διαρροές από τα νέα δεδομένα, όπως και το ΠΑΣΟΚ, που, όμως, αδυνατεί έως τώρα να «πιστωθεί» από τα τρωτά σημεία της κυβέρνησης και να αναδειχθεί σε έτερο σταθερό πόλο. 

Οι δημοσκοπήσεις, πάντως, δε απαντούν ούτε στο διακύβευμα κάθε κάλπης, αν διασφαλίζεται, δηλαδή, η συνθήκη της κυβερνησιμότητας μετά τις επόμενες εθνικές εκλογές. Και στις δύο δημοσκοπήσεις, που έχουν δημοσιευθεί το νέο έτος, η Νέα Δημοκρατία εμφανίζει τάσεις ενίσχυσης, παρά την πίεση που ασκούν οι αγροτικές κινητοποιήσεις.

Στην Real Polls, καταγράφεται στο 24,4%, σημειώνοντας άνοδο άνω της μονάδας, ποσοστό που στην πρόβλεψη αποτελέσματος “μεταφράζεται” σε 28,7%. Στη δημοσκόπηση της Interview, καταγράφει άνοδο της τάξεως των 2,8 ποσοστιαίων μονάδων και στην πρόθεση ψήφου μετριέται στο 26,4%, φτάνοντας στην εκτίμηση αποτελέσματος το 32,4%.

Παρά την τάση περιορισμού των απωλειών, όμως, η ΝΔ παραμένει μακριά από τον στόχο της αυτοδυναμίας, που ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει θέσει ξεκάθαρα. Στο κυβερνητικό επιτελείο επιμένουν να παραπέμπουν στα αντίστοιχα δεδομένα πριν από τις εκλογές του 2023, σημειώνοντας ότι και τότε, η ΝΔ βρισκόταν μακριά από την εκλογική της επίδοση, τελικά, στις κάλπες.

Σε κάθε περίπτωση, σημειώνουν ότι ο χρόνος, που απομένει για την ολοκλήρωση της τετραετίας είναι πολύς, υπογραμμίζοντας ότι στην παρούσα συγκυρία δεν έχουν τεθεί ούτε τα διλήμματα της κάλπης, ούτε έχει ολοκληρωθεί το κυβερνητικό έργο, που θα αποτελέσει βασικό κριτήριο, εκτιμούν, για την ψήφο των πολιτών. 

Η «αναταραχή» στον χώρο της αντιπολίτευσης, σε συνδυασμό με τη «γκρίζα ζώνη» που φαίνεται να παραμένει σε υψηλά ποσοστά της τάξεως του 20%, αναγάγει σε «στοίχημα» για την κυβέρνηση την ενίσχυση της συσπείρωσής της, καθώς το διακύβευμα της σταθερότητας - που θέτει ως κεντρική παράμετρο για τη συνέχιση της θετικής πορείας της οικονομίας και της θέσης της χώρας σε περιόδους αβεβαιότητας στο διεθνές περιβάλλον - παραμένει το δύσκολο ζητούμενο.

Στο κυβερνητικό επιτελείο τηρούν στάση αναμονής έως ότου τα νέα κόμματα εμφανιστούν επισήμως στην πολιτική σκηνή, σημειώνοντας ότι αυτή την ώρα δε μπορούν, ούτε έχει νόημα να συγκριθούν με τις υπάρχουσες πολιτικές δυνάμεις. «Γιατί όταν έρθει η ώρα των εκλογών, εφόσον κάποια από αυτά τα κόμματα κατέβουν στις εκλογές, θα πρέπει κάτι να πουν. Να εμφανίσουν υποψήφιους, θέσεις, να κοστολογήσουν το πρόγραμμά τους που είναι κάτι, πλέον, υποχρεωτικό. Άρα, εκεί θα δούμε την πραγματικότητα και εκεί πραγματικά θα έχει νόημα, πρώτον πώς θα μετρηθούν και πολύ παραπάνω πόσο και από ποιους θα ψηφιστούν», λένε χαρακτηριστικά, κάνοντας, ωστόσο, σαφές ότι και η κ. Καρυστιανού θα αντιμετωπιστεί ως πολιτικός αντίπαλος, όπως δηλαδή ο κ. Τσίπρας και τα υπόλοιπα κόμματα, διαχωρίζοντας την ιδιότητά της από εκείνη της μητέρας που έχασε το παιδί της στην τραγωδία των Τεμπών.