Το Σύστημα Αυτοματοποιημένου Ελέγχου Προσαύξησης Περιουσίας (BANCAPP) είναι το νέο ψηφιακό «όπλο» που έχει στα χέρια της η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) για τον εντοπισμό περιπτώσεων αδικαιολόγητης προσαύξησης περιουσίας που υποκρύπτουν τη διάπραξη αδικημάτων εκτεταμένης και μεγάλης φοροδιαφυγής.
Σύμφωνα με τη σχετική απόφαση, σκοπός του συστήματος αυτού είναι «να καταστεί ταχύτερος και αποτελεσματικότερος ο προσδιορισμός της φορολογητέας ύλης και αποτελεσματικότερη και αποδοτικότερη η φορολογική ελεγκτική διαδικασία», με τελικό σκοπό την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, την προαγωγή του δημοσίου συμφέροντος και την εμπέδωση της φορολογικής δικαιοσύνης.
Mέσω του Συστήματος Αυτοματοποιημένου Ελέγχου Προσαύξησης Περιουσίας ή Bank Account Nexus Crosscheck Application (BANCAPP), σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου, συλλέγονται και αξιοποιούνται τα δεδομένα του αρχείου χρηματοπιστωτικών προϊόντων και αναλυτικών χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, των κινήσεων τραπεζικών λογαριασμών, λογαριασμών πληρωμών και λοιπών χρηματοοικονομικών προϊόντων και αναλυτικών χρηματοπιστωτικών συναλλαγών των ΑΦΜ για τα οποία έχει εκδοθεί εντολή ελέγχου στο ΟΠΣ ELENXIS.
Με το νέο εργαλείο, οι ελεγκτικές αρχές έχουν πλέον τη δυνατότητα να λαμβάνουν με εξπρές διαδικασίες και να επεξεργάζονται στοιχεία και πληροφορίες από τα πιστωτικά ιδρύματα για κάθε ελεγχόμενο ΑΦΜ το ύψος των καταθέσεων, τους επενδυτικούς λογαριασμούς, τις πιστωτικές και προπληρωμένες κάρτες, τις τραπεζικές θυρίδες, τους λογαριασμούς, αλλά και τα ηλεκτρονικά πορτοφόλια για τα ελεγχόμενα πρόσωπα.
Ειδικότερα, τα στοιχεία που θα καλούνται να αποστέλλουν οι Τράπεζες και τα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα στις ελεγκτικές θα αφορούν:
- Καταθετικός λογαριασμός πρώτης ζήτησης
- Καταθετικός προθεσμιακός
- Χορηγητικός
- Επενδυτικός (Παντός είδους χαρτοφυλάκια επενδυτικών προϊόντων και αξιογράφων, όπως αμοιβαία κεφάλαια, ομόλογα, μετοχές, τραπεζοασφάλιστρα, παράγωγα, Repos κ.λπ.)
- Πιστωτική Κάρτα
- Τραπεζική Θυρίδα
- Λογαριασμός Πληρωμών
- Προπληρωμένη κάρτα (prepaid)
- Ηλεκτρονικό πορτοφόλι
Οι αρχές στη συνέχεια θα μπορούν να αντιπαραβάλλουν τα στοιχεία αυτά με τα αναγραφόμενα στις φορολογικές δηλώσεις και να διαπιστώσουν αν υπάρχει αδικαιολόγητος πλουτισμός. Εφόσον διαπιστωθεί, το υπερβάλλον ποσό θα φορολογείται με συντελεστή 33%.
