Τεκμήρια διαβίωσης: Πότε «χτυπάνε» και πώς μπορώ να τα καλύψω νόμιμα
Shutterstock
Shutterstock
Smart money

Τεκμήρια διαβίωσης: Πότε «χτυπάνε» και πώς μπορώ να τα καλύψω νόμιμα

Τεκμήρια διαβίωσης: Πότε «χτυπάνε» (ακίνητα/ΙΧ/σκάφη) και πώς μπορώ να τα καλύψω νόμιμα; Ο φοροτεχνικός, Αλέξανδρος Γκούμας, απαντά στο Liberal.

Η απάντηση

Τα τεκμήρια διαβίωσης αποτελούν έναν από τους πιο συχνούς λόγους επιπλέον φορολογικής επιβάρυνσης για χιλιάδες φορολογουμένους. 

Η λογική τους είναι απλή: η Εφορία εκτιμά ένα ελάχιστο εισόδημα που θεωρεί ότι απαιτείται για να συντηρεί κάποιος τα  περιουσιακά του στοιχεία. Όταν το δηλωθέν εισόδημα υπολείπεται αυτού του «τεκμαρτού», η φορολόγηση γίνεται με βάση το υψηλότερο ποσό άρα με το ποσό του τεκμαρτού. Δηλαδή σε περίπτωση που τα χρήματα που δηλώνει ένας φορολογούμενος, είναι λιγότερα από τον υπολογισμό των τεκμηρίων που έχει υπολογίσει το κράτος τότε θα φορολογηθεί βάσει των τεκμηρίων. Στην περίπτωση που τα δηλωθέντα εισοδήματα είναι περισσότερα από τα τεκμήρια τότε η φορολογία θα προκύψει βάσει του εισοδήματος.

Τα τεκμήρια ενεργοποιούνται κυρίως από τρεις κατηγορίες περιουσίας: ακίνητα, αυτοκίνητα και σκάφη αναψυχής. Στα ακίνητα, καθοριστικό ρόλο παίζει η επιφάνεια και η χρήση (κύρια ή δευτερεύουσα κατοικία). Όσο μεγαλύτερα τα τετραγωνικά, τόσο υψηλότερο το τεκμήριο, ανεξάρτητα από το αν το ακίνητο είναι παλιό. Δηλαδή μία κατοικία 100 τ.μ με μία τιμή ζώνης έως 2.600 ευρώ/τ.μ έχει τεκμήριο 3.140 ευρώ.

Στα Ι.Χ., το τεκμήριο βασίζεται στον κυβισμό και στην παλαιότητα του οχήματος. Ένα αυτοκίνητο 1.600 κυβικών μπορεί να «ανεβάσει» σημαντικά το τεκμαρτό εισόδημα, ακόμη κι αν χρησιμοποιείται ελάχιστα. Συγκεκριμένα το τεκμήριο για ένα αυτοκίνητο 1600 κυβικά με χρονολογία ταξινόμησης το 2018 έχει τεκμήριο 3.200 ευρώ. Ενώ ένα αυτοκίνητο 1400 κυβικά με χρονολογία ταξινόμησης το 2020 έχει τεκμήριο 2.600 ευρώ.

Τα σκάφη, από την άλλη, θεωρούνται  ως μια  ένδειξη υψηλής οικονομικής δυνατότητας και συνοδεύονται από ιδιαίτερα υψηλά  τεκμήρια. Επίσης κάλυψη τεκμηρίου χρειάζεται και η αγορά μετοχών, η αγορά ακινήτου και η αύξηση κεφαλαίου σε επιχειρήσεις.

Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι πώς μπορούν τα τεκμήρια να καλυφθούν νόμιμα. Η πρώτη και πιο συνηθισμένη λύση είναι η επίκληση εισοδημάτων προηγούμενων ετών. Η λεγόμενη «ανάλωση κεφαλαίου» επιτρέπει στον φορολογούμενο να χρησιμοποιήσει αποταμιεύσεις ή δηλωμένα εισοδήματα παρελθόντων ετών για να δικαιολογήσει τη σημερινή του δαπάνη. Να σημειωθεί ότι για να υπάρχουν αυτά τα εισοδήματα παρελθόντων ετών που θα βοηθήσουν στην κάλυψη των τεκμηρίων, θα πρέπει τα προηγούμενα χρόνια τα δηλωθέντα εισοδήματα να ήταν περισσότερα από τα τεκμήρια. Αυτά τα χρήματα που «περισσεύουν» είναι αυτά που ο φορολογούμενος μπορεί να χρησιμοποιήσει ως ανάλωση κεφαλαίου.

Επιπλέον, μπορούν να ληφθούν υπόψη ποσά από πώληση περιουσιακών στοιχείων (ακινήτων, οχημάτων κλπ) αποζημιώσεις, κληρονομιές ή γονικές παροχές, αρκεί να έχουν δηλωθεί σωστά και εγκαίρως. Ακόμη και δάνεια – τραπεζικά ή ιδιωτικά – μπορούν να λειτουργήσουν ως «ασπίδα», προκειμένου να καλυφθούν τα τεκμήρια. 

Το συμπέρασμα είναι ότι τα τεκμήρια   από μόνα τους δεν αποτελούν πρόβλημα, αλλά απαιτούν προσεκτικό φορολογικό σχεδιασμό.


[email protected]

*Ο Αλέξανδρος Γκούμας είναι φοροτεχνικός και CCO στην εταιρεία λογιστών και συμβούλων CompuTax Α.Ε.