Στους ρυθμούς της αντίστροφης μέτρησης ενός ακόμη αμερικανικού τελεσιγράφου βρίσκεται η παγκόσμια κοινότητα, καθώς τα πρώτα μηνύματα δείχνουν ότι η κλιμάκωση είναι πιο πιθανή από την εκτόνωση της κρίσης, προδιαγράφοντας ένα εφιαλτικό σκηνικό για την παγκόσμια οικονομία αλλά και την περιφερειακή σταθερότητα.
Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δεν προσέφερε, λόγω μεγαλοψυχίας, το νέο τελεσίγραφο στο Ιράν, το οποίο λήγει τη μεθεπόμενη Δευτέρα, 6 Απριλίου. Αντιθέτως, αισθάνεται εγκλωβισμένος στο «τέλμα» του Ιράν, καθώς οι επιλογές του δεν είναι πολλές και όσες απομένουν δεν είναι ούτε εύκολες ούτε χωρίς κόστος.
Παρά την αρχική εικόνα που δημιουργήθηκε την περασμένη Δευτέρα, όταν έσπευσε να αποκαλύψει ότι βρίσκονται σε εξέλιξη συνομιλίες με τους Ιρανούς, προκαλώντας προσωρινή ευφορία στις αγορές, τα γεγονότα που ακολούθησαν μάλλον τον διέψευσαν, όπως και τις προσδοκίες που δημιουργήθηκαν. Οι πρώτες επαφές δεν έγιναν απευθείας, αλλά μέσω τρίτων, αποστολή που φαίνεται να έχει αναλάβει το Πακιστάν. Πριν ακόμη αποφασιστεί το επόμενο βήμα, οι Αμερικανοί φρόντισαν να διαρρεύσουν και το πλαίσιο των 15 απαιτήσεών τους, προκειμένου να σταματήσουν οι επιθέσεις και να επιδιωχθεί συμφωνία με την Τεχεράνη.
Η πρόωρη και απροετοίμαστη δημοσιοποίηση των παρασκηνιακών διαβουλεύσεων προκάλεσε δημόσια αντιπαράθεση, με την προβολή των εκατέρωθεν θέσεων, οι οποίες, όπως φάνηκε μετά την υποβολή και των πέντε θέσεων των Ιρανών, είναι εντελώς ασύμβατες μεταξύ τους. Οι Αμερικανοί ζητούν ουσιαστικά τη συνθηκολόγηση του Ιράν, ενώ η Τεχεράνη θεωρεί ότι από θέση ισχύος μπορεί να επιβάλει τους δικούς της όρους για τον τερματισμό του πολέμου. Έναν πόλεμο από τον οποίο και οι δύο πλευρές θέλουν να εξέλθουν νικήτριες ή τουλάχιστον να παρουσιάσουν το αποτέλεσμα ως νίκη.
Η ηγεσία του Ιράν θα ήταν έτοιμη να χαιρετίσει ως νίκη οποιαδήποτε εξέλιξη διασφαλίζει την επιβίωση του καθεστώτος και της προσφέρει χρόνο για ανασύνταξη και νέους σχεδιασμούς, μετά την έμπρακτη δοκιμή του σημαντικότερου ίσως όπλου που διαθέτει, ενδεχομένως πιο αποτελεσματικού ακόμη και από το πυρηνικό πρόγραμμα της, δηλαδή τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ και την απειλή καταστροφής ενεργειακών υποδομών στις χώρες του Κόλπου.
Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε την ευκαιρία την πρώτη εβδομάδα του πολέμου να αναζητήσει στρατηγική εξόδου, προβάλλοντας ως «νίκη» τα πλήγματα στο οπλοστάσιο και στις εξοπλιστικές υποδομές του Ιράν, καθώς και την εξόντωση στελεχών της ηγεσίας του. Θα ικανοποιούσε έτσι τη βάση των υποστηρικτών του στις ΗΠΑ και θα απέφευγε τις επιπτώσεις στην οικονομία.
Σήμερα, όμως, έχει διαμορφωθεί ένα ιδιόμορφο περιβάλλον: ο Τραμπ μιλά για συνομιλίες και ταυτόχρονα απειλεί με «εξαφάνιση» το Ιράν, το Ισραήλ παρακολουθεί εξαπολύοντας πλήγματα στην «καρδιά» της χώρας και επιβάλλοντας ζώνη ασφαλείας στον Νότιο Λίβανο, ενώ η Τεχεράνη, επιφυλακτική μεν, δηλώνει έτοιμη για διαπραγματεύσεις, σπεύδοντας ταυτόχρονα να απαντήσει με βαλλιστικούς πυραύλους και drones τόσο εναντίον του Ισραήλ όσο και εναντίον χωρών του Κόλπου.
Τέσσερις εβδομάδες μετά την έναρξη του πολέμου, ο Τραμπ βρίσκεται εγκλωβισμένος, έχοντας απέναντί του δύσκολες επιλογές. Τα αντιφατικά μηνύματα που εκπέμπει από την αρχή της κρίσης, τα τελεσίγραφα που λίγο πριν από τη λήξη τους παρατείνονται, είτε αποκαλύπτουν τη σύγχυση που επικρατεί στην Ουάσιγκτον σχετικά με την επιχείρηση κατά του Ιράν και μια απροθυμία υλοποίησης των απειλών, είτε αποτελούν απλώς τα δύσκολα βήματα πριν από τη λήψη της μεγάλης απόφασης για βαθύτερη στρατιωτική εμπλοκή.
Οι ΗΠΑ, με εντολή του προέδρου, έχουν εμπλακεί σε διαδικασία συνομιλιών μέσω του Ισλαμαμπάντ, ενώ ταυτόχρονα, με μια πρωτοφανή συγκέντρωση ισχύος στην περιοχή και την αποστολή χιλιάδων πεζοναυτών και ειδικών δυνάμεων, στέλνουν σαφές μήνυμα στην Τεχεράνη: είτε θα υποχωρήσει είτε θα υποστεί τις συνέπειες.
Ωστόσο, αυτή η συγκέντρωση αμερικανικών δυνάμεων ενισχύει και την καχυποψία των Ιρανών, οι οποίοι θεωρούν ότι ακόμη και οι συνομιλίες που βρίσκονταν σε εξέλιξη όταν ξέσπασε η επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ ήταν προσχηματικές και δεν αποτέλεσαν πραγματικό εμπόδιο για την έναρξη των επιχειρήσεων.
Οι επιλογές που βρίσκονται στο επιχειρησιακό τραπέζι, όπως αποκάλυψε το Axios, είναι εξαιρετικά υψηλού ρίσκου. Η κατάληψη του νησιού Χαργκ, απ’ όπου εξάγεται το 90% του ιρανικού πετρελαίου, καθώς και άλλων μικρών νησιών στο πέρασμα των Στενών του Ορμούζ, μπορεί να φαίνεται εύκολη αποστολή. Ωστόσο, θα εκθέσει τις αμερικανικές δυνάμεις σε νησιά, χωρίς επαρκείς δυνατότητες κάλυψης, απέναντι σε πλήγματα από την κοντινή ιρανική ακτογραμμή, η οποία είναι κατάλληλα εξοπλισμένη και προετοιμασμένη για ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Μια τέτοια επιχείρηση, ακόμη κι αν προβληθεί ως «νίκη» του Τραμπ, δεν θα οδηγήσει στο άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ. Αντιθέτως, είναι πιθανό να προκαλέσει βαθύτερη εμπλοκή των ΗΠΑ, προκειμένου να προστατεύσουν τις δυνάμεις τους και να σταθεροποιήσουν την παρουσία τους. Αυτό θα απαιτούσε εκ των πραγμάτων πιο εκτεταμένους και σκληρούς βομβαρδισμούς, αλλά και ενδεχομένως χερσαία εμπλοκή, οδηγώντας σε επικίνδυνη κλιμάκωση που συνεπάγεται και μεγάλες απώλειες για τις ΗΠΑ, τις οποίες δύσκολα μπορεί να ξεπεράσει η αμερικανική κυβέρνηση .
Στα σενάρια που εξετάζονται από το Πεντάγωνο περιλαμβάνεται ακόμη και μια εξαιρετικά επικίνδυνη επιχείρηση αποστολής ειδικών δυνάμεων για την «απαγωγή» των περίπου 400 κιλών εμπλουτισμένου ουρανίου που παραμένουν κρυμμένα σε υπόγειες πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν.
Για τον Τραμπ, το ιδανικό σενάριο θα ήταν να διαψευστούν οι προβλέψεις και, στο πλαίσιο της έμμεσης διαπραγμάτευσης, να υπάρξει έστω ένα στοιχειώδες σημείο σύγκλισης, ώστε να ξεκινήσουν απευθείας συνομιλίες. Αυτό θα του έδινε τη δυνατότητα να παρατείνει περαιτέρω το τελεσίγραφο, αποφεύγοντας, τουλάχιστον προσωρινά, τη λήψη της μεγάλης απόφασης για γενικευμένη στρατιωτική επέμβαση.
Η εξασφάλιση της διεθνούς ναυσιπλοΐας στα Στενά και η εγγύηση ότι πλέον το Ιράν δεν αποτελεί άμεση απειλή για τις γειτονικές χώρες είναι δύο ζητήματα τα οποία δεν μπορεί να αφήσει στην τύχη τους ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, σε οποιοδήποτε σενάριο ,είτε των διαπραγματεύσεων είτε της πολεμικής κλιμάκωσης.
Οι επιλογές του διαμορφώνονται υπό το βάρος της αγωνίας των αγορών, της πτώσης των χρηματιστηρίων, της ανόδου των αμερικανικών ομολόγων και της αύξησης του πληθωρισμού στις ΗΠΑ, ένα ζήτημα που μπορεί να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τις αρνητικές προβλέψεις για τις επιδόσεις των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Η αποκάλυψη χθες από το Axios της έντονης τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχαν ο αντιπρόεδρος Βανς με τον Μ. Νετανιάχου, τον οποίο κατηγόρησε ότι παρουσίασε μια αισιόδοξη προοπτική για την αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν στον πρόεδρο Τραμπ, πείθοντάς τον έτσι να ξεκινήσει την επίθεση, δείχνει το μεγάλο χάσμα που υπάρχει στο εσωτερικό των υποστηρικτών του προέδρου Τραμπ.
Μεγάλο μέρος των οπαδών του υπερσυντηρητικού MAGA είναι αντίθετοι με την εμπλοκή στον πόλεμο, την οποία θεωρούν ότι προκάλεσε εκβιαστικά το Ισραήλ και δεν αφορά τόσο τα συμφέροντα των ΗΠΑ, κάτι στο οποίο φαίνεται να συγκλίνουν με την Αριστερά πτέρυγα των Δημοκρατικών. Ο αντιπρόεδρος Βανς θεωρείται ο πιο γνήσιος εκφραστής αυτού του κινήματος, που τάσσεται υπέρ του απομονωτισμού των ΗΠΑ και εναντίον των πολέμων που γίνονται χιλιάδες μίλια μακριά από τις ΗΠΑ.
Μια γρήγορη συμφωνία θα ήταν σωτήρια για τον Ν. Τραμπ, ακόμη κι αν χρειαστεί να «πουλήσει» το Ισραήλ και όσους από τον Κόλπο ζητούν να τελειώσει τη «δουλειά» στο Ιράν. Όμως το «τζίνι» του πολέμου έχει βγει πια από το μπουκάλι και δεν φαίνεται εύκολο να το μαζέψει κανείς…
