Τα στοιχήματα και η ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί

Τα στοιχήματα και η ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί

Του Θανάση Παπαδή

Πρωταγωνιστής για τη χρονιά που πέρασε ήταν σίγουρα ο Κυριάκος Μητσοτάκης και το κόμμα της Ν.Δ. που ανέλαβε από τα μέσα του 2019 τη διακυβέρνηση της χώρας. Εχοντας τη διάθεση της κοινωνίας για επιστροφή στην κανονικότητα, μπόρεσε σε σύντομο χρονικό διάστημα να κερδίσει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας. Στην κυβέρνηση, όμως, γνωρίζουν ότι όλα αυτά έχουν ημερομηνία λήξεως. Η κοινωνία, οι αγορές, οι επενδυτές, οι δανειστές και οι οίκοι αξιολόγησης θέλουν και το 2020 να δουν από την κυβέρνηση απτά αποτελέσματα προς την κατεύθυνση επιστροφής της χώρας σε μη αναστρέψιμη πορεία προς τα μπρος.ΒΒ Ας δούμε όμως που θα κριθεί το στοίχημα της κυβέρνησης τη νέα χρονιά:

Αναβαθμίσεις

Οι αποδόσεις των ελληνικών 10ετών ομολόγων έκλεισαν το 2019 με πτώση της τάξεως του 67%, το ελληνικό Δημόσιο δανείστηκε με το ιστορικό χαμηλό επιτόκιο του 1,5% για 10 χρόνια, ενώ τρεις φορές η Ελλάδα δανείστηκε με αρνητικό επιτόκιο. Είναι λίγα μόνο από τα «επιτεύγματα» που συνέβαλαν έτσι ώστε τα ελληνικά ομόλογα να καταγράψουν τις πιο εντυπωσιακές επιδόσεις από όλους τους κρατικούς τίτλους της Ευρώπης. Οι θετικές εξελίξεις αναμένεται να συνεχιστούν και το 2020, καθώς η χρονιά έκλεισε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Με τους δύο από τους τέσσερις μεγάλους οίκους αξιολόγησης, την S&P και την DBRS, να έχουν προγραμματίσει να ανακοινώσουν τον πρώτο «χρησμό» τους για την ελληνική οικονομία στις 24 Απριλίου, οι αγορές δεν δείχνουν διατεθειμένες να περιμένουν τις «επίσημες» αναβαθμίσεις και δίνουν ψήφο εμπιστοσύνης στα ελληνικά ομόλογα, τόσο του Δημοσίου όσο και των μεγάλων επιχειρήσεων. Από τις αρχές Οκτωβρίου έως σήμερα παρατηρείται... επενδυτική φυγή από τα κρατικά ομόλογα της ευρωζώνης, με την απόδοση του γερμανικού 10ετούς να έχει ενισχυθεί από το -0,59% στο -0,18%, κυρίως λόγω του περιορισμού του κινδύνου παγκόσμιας ύφεσης και των θετικών εξελίξεων στα μέτωπα του εμπορικού πολέμου και του Brexit.

Το ίδιο διάστημα, η απόδοση του ελληνικού 10ετούς έχει ενισχυθεί από το 1,363% στο 1,45%, με αποτέλεσμα το spread να έχει υποχωρήσει από τις 195 μονάδες βάσης στις 163. Μάλιστα, οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο με των ιταλικών. Στην κυβέρνηση δηλώνουν ότι στόχος τους είναι να αποκτήσουν επενδυτική βαθμολογία το 2021, ωστόσο, αν και δεν το λένε, πολύ θα ήθελαν κάποιον οίκο αξιολόγησης να δίνει από εφέτος επενδυτική βαθμολογία στη χώρα.

Φορολογία

Στόχος της κυβέρνησης είναι το 2020 να σηματοδοτήσει τη συνέχιση των φορολογικών ελαφρύνσεων. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν έχει κρύψει από την πρώτη στιγμή που ανάλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας, αλλά και την προεκλογική περίοδο, ότι στόχος του είναι να δώσει ανάσα στη μεσαία τάξη και ειδικά σε αυτούς που έχουν πληγεί από τη φορολογική «επίθεση» του ΣΥΡΙΖΑ. Για τη νέα χρονιά υπάρχουν βάσιμες προσδοκίες ότι θα υπάρξει και νέα φορολογική ελάφρυνση, εκτός βέβαια από αυτές που ήδη έχουν εξαγγελθεί και ανακοινωθεί.

Οι φορολογούμενοι ξεκινούν το νέο έτος με τα εξής δεδομένα: μια καινούργια φορολογική κλίμακα που θα φέρει μείωση παρακράτησης φόρου από τις αρχές Φεβρουαρίου, ένα ευνοϊκότερο καθεστώς και για τις αγορές αλλά και για τις ανακαινίσεις ακινήτων, χαμηλότερο ΦΠΑ σε συγκεκριμένα είδη, όπως τα κράνη και τα παιδικά καθίσματα στα αυτοκίνητα, μειωμένους συντελεστές για τα κέρδη των επιχειρήσεων και τα μερίσματα, αλλά και δύο εξαγγελίες που θα συμπιέσουν τόσο την εισφορά αλληλεγγύης όσο και τον ΕΝΦΙΑ της επόμενης χρονιάς. Πολλά θα εξαρτηθούν, βέβαια, από τον δημοσιονομικό χώρο που τελικά θα υπάρξει. Αυτό όμως θα φανεί από το τέλος του 4μηνου.

Ανάπτυξη

Η αύξηση του ΑΕΠ αποτελεί το μεγάλο στοίχημα της κυβέρνησης, έναν εθνικό στόχο, όπως επισημαίνει συχνά πυκνά ο πρωθυπουργός. Τα συναρμόδια υπουργεία έχουν προσαρμόσει τη δράση τους σε αυτή τη στρατηγική, ορισμένες εμβληματικές επενδύσεις όμως προωθούνται και με τη συνεργασία του Μεγάρου Μαξίμου. Το Ελληνικό αποτελεί βέβαια μια επένδυση ορόσημο. Οταν απαιτείται να δοθούν εγγυήσεις στο υψηλότερο επίπεδο, παρεμβαίνει και ο ίδιος ο πρωθυπουργός, διαβεβαιώνοντας τους συνομιλητές του ότι θα υπάρξει πολιτική σταθερότητα, ότι η χώρα έχει κυβέρνηση τετραετίας και ότι τα κεφάλαια που θα επενδυθούν στην Ελλάδα δεν θα κινδυνεύσουν εξαιτίας πρόωρων εκλογών και ενδεχόμενης αλλαγής κυβέρνησης. «Δεν θα έχουμε εκλογές μέχρι το 2023» τονίζει ο πρωθυπουργός. Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης είναι το πρώτο στάδιο για την επίτευξη του αναπτυξιακού στόχου και μέχρι στιγμής το πεδίο διαμορφώνεται από τη ραγδαία μείωση των επιτοκίων δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου και την αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας και μεγάλων επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων των τραπεζών.

Αποκρατικοποιήσεις

Μέσα στη χρονιά που τρέχει η κυβέρνηση έχει θέσει έναν ιδιαίτερα φιλόδοξο στόχο σε ό,τι αφορά το μέτωπο των αποκρατικοποιήσεων. Ολοι γνωρίζουν ότι εφόσον έρθουν στην Ελλάδα νέοι επενδυτές, εκτός του ότι θα στηρίξουν την ανάπτυξη, θα μπορέσουν να λειτουργήσουν και σαν κράχτης, προκειμένου να έρθουν και άλλοι ξένοι να επενδύσουν στη χώρα. Για το 2020 τα έσοδα εκτιμάται ότι θα φτάσουν τα 2,4 δισ. ευρώ, πάνω δηλαδή από το... 1% του ΑΕΠ περιλαμβάνει το μεγαλεπήβολο πλάνο αποκρατικοποιήσεων του 2020.

Καταλύτης, τα πιο βαριά χαρτιά του ελληνικού προγράμματος, δηλαδή η πώληση του 30% του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών, του 100% της ΔΕΠΑ Υποδομών, του 65% της ΔΕΠΑ Εμπορίας και των ΕΛΠΕ. Στην υπεραξία των παραπάνω επιχειρήσεων και το θετικό momentum της ελληνικής οικονομίας ποντάρει η διοίκηση του ΤΑΙΠΕΔ για να προσελκύσει μεγάλους και πολλούς επενδυτές, ενισχύοντας τον ανταγωνισμό και επιτυγχάνοντας πλειοδοσία στα τιμήματα, όπως προκύπτει από τη χθεσινή παρουσίαση του προγράμματος του 2020, ένα από τα βαριά που έχει αναλάβει ποτέ ελληνική κυβέρνηση ως τώρα.

Ενέργεια

Το project ενέργεια είναι ίσως το σημαντικότερο όλων για την ελληνική οικονομία τη νέα χρονιά. Εκτός της οικονομικής διάστασης που έχει το θέμα, έχει και εθνική διάσταση. Το 2020 αναμένεται να έρθουν τα πάνω κάτω στην ελληνική αγορά ενέργειας, καθώς μέσα σε μερικούς μόνο μήνες πρόκειται να δρομολογηθούν όλα όσα δεν συνέβησαν κατά την τελευταία εικοσαετία. Τον Ιανουάριο ξεκινά η ιδιωτικοποίηση της ΔΕΠΑ Εμπορίας, για την οποία το ενδιαφέρον είναι μεγάλο, ενώ «τρέχει» ήδη ο διαγωνισμός για τη ΔΕΠΑ Υποδομών. Τη νέα χρονιά, κόβει η ΔΕΗ τον ομφάλιο λώρο με το εθνικό μας καύσιμο, τον λιγνίτη, που στήριξε τον εξηλεκτρισμό της χώρας για πάνω από μισό αιώνα, σβήνοντας τα πρώτα της εργοστάσια, αυτά του Αμύνταιου και της Καρδιάς.

Επίσης, το πρώτο τρίμηνο θα ληφθούν οι αποφάσεις για την περαιτέρω ιδιωτικοποίηση του δικτύου μεταφοράς, δηλαδή του ΑΔΜΗΕ, ενώ μέχρι το καλοκαίρι θα έχουν «κλειδώσει» οι αποφάσεις για την πώληση του 49% του μήκους 239.000 χλμ. δικτύου διανομής, δηλαδή του ΔΕΔΔΗΕ. Στο πρώτο εξάμηνο του 2020 αναμένεται να πάρει μπροστά η ηλεκτροκίνηση. Και βέβαια, ψηλά στην ατζέντα θα είναι η τύχη της ΔΕΗ, μια επιχείρηση που έχει κομβικό ρόλο στην ελληνική οικονομία. Η επιχείρηση βρέθηκε πριν από μερικούς μήνες στο χείλος του γκρεμού και με κάποιες άμεσες κινήσεις αποφεύχθηκαν τα χειρότερα. Ομως το πρόβλημα δεν λύθηκε και θα πρέπει η νέα διοίκηση σε συνεργασία με το Δημόσιο να μπορέσει να αλλάξει ρότα στην εταιρεία. Το αν θα το καταφέρει ή όχι είναι το μέγα ζητούμενο.

Μεταρρυθμίσεις

Η χώρα χρειάζεται να κερδίσει το χαμένο στοίχημα των μεταρρυθμίσεων. Οπως τονίστηκε πρόσφατα από τον Ευάγγελο Μυτιληναίο και τον Μιχάλη Στασινόπουλο, η προώθηση των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων, η στήριξη των επιχειρήσεων αλλά και η διασύνδεση της έρευνας και της Παιδείας με την οικονομία είναι απαραίτητες συνθήκες ώστε η χώρα μας να μη μείνει πίσω στη 4η Βιομηχανική Επανάσταση. «H Ελλάδα έχασε την τρίτη βιομηχανική επανάσταση, ας μη χάσουμε και αυτή που έρχεται» σημείωσε χαρακτηριστικά ο Ευάγγελος Μυτιληναίος κατά την ομιλία του, τονίζοντας την ανάγκη η «χώρα μας να μη μείνει για μία ακόμα φορά πίσω στις εξελίξεις, αδυνατώντας να αξιοποιήσει τις δυνατότητες που απλώνονται μπροστά μας».

Ωστόσο, σύμφωνα με τον Ευ. Μυτιληναίο, το στοίχημα για τη βιομηχανία, ιδίως τη βιομηχανία εντάσεως ενέργειας, είναι πρώτα ευρωπαϊκό και μετά ελληνικό. Και η πρόκληση του ψηφιακού μετασχηματισμού δεν είναι η μόνη που έχουμε να αντιμετωπίσουμε, καθώς η επιβίωση και η βιώσιμη ανάπτυξη της βιομηχανίας έχουν στην εξίσωση αρκετούς παράγοντες. «H πρόκληση των καιρών που αφορά τη βιομηχανία, λοιπόν, επικεντρώνεται στον ψηφιακό μετασχηματισμό. Επιτρέψτε μου, όμως, τοποθετώντας δίπλα στην έννοια, ως αντίστοιχης σημαντικότητας, και την κλιματική ουδετερότητα. Οι έννοιες για πολλούς μπορεί να ακούγονται ως ωραίοι τίτλοι. Για εμάς που ξέρουμε και βιώνουμε τη βιομηχανία, είναι μια σοβαρή πρόκληση και συνάμα μια ευκαιρία» σημείωσε ο επικεφαλής του Ομίλου Μυτιληναίος.

*Αναδημοσίευση από τον Φιλελεύθερο της Παρασκευής 3 Ιανουαρίου