Ρύθμιση 120 δόσεων και προκαταβολή φόρου: Τα δύο «αγκάθια» για την πραγματική οικονομία
Shutterstock
Shutterstock

Ρύθμιση 120 δόσεων και προκαταβολή φόρου: Τα δύο «αγκάθια» για την πραγματική οικονομία

Με την κυβέρνηση να προετοιμάζει το πακέτο μέτρων που θα ανακοινωθεί στη ΔΕΘ, στρέφοντας αυτή τη φορά το βάρος στη φορολογική ελάφρυνση των επιχειρήσεων, οι φορείς της αγοράς επαναφέρουν δύο παλιά αλλά άλυτα ζητήματα: τη θέσπιση μιας νέας ρύθμισης οφειλών έως 120 δόσεις και τη δραστική αναμόρφωση –ή ακόμη και κατάργηση– της προκαταβολής φόρου. Για την πραγματική οικονομία, πρόκειται για δύο δομικά «αγκάθια» που επηρεάζουν άμεσα τη ρευστότητα και τη βιωσιμότητα χιλιάδων επιχειρήσεων.

Το «βουνό» των ληξιπρόθεσμων και η πίεση στην αγορά

Η συζήτηση διεξάγεται υπό το βάρος εντυπωσιακών αριθμών. Τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς την εφορία έχουν φτάσει τα 112 δισ. ευρώ, ενώ οι οφειλές προς τα ασφαλιστικά ταμεία προσεγγίζουν τα 50 δισ. ευρώ. Πρόκειται για ένα απόθεμα χρέους που αυξάνεται μήνα με τον μήνα, παρά τη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών και την υπεραπόδοση των φορολογικών εσόδων.

Για μεγάλο μέρος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, των ελεύθερων επαγγελματιών και των αυτοαπασχολούμενων, οι οφειλές αυτές δεν αποτελούν απλώς παρελθόν, αλλά έναν μόνιμο βρόχο πίεσης, καθώς συνυπάρχουν με τις τρέχουσες φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις.

Γιατί οι 120 δόσεις επανέρχονται στο τραπέζι

Σε αυτό το περιβάλλον, επαγγελματικοί και εμπορικοί φορείς, όπως το ΕΒΕΑ και η ΕΣΕΕ, επαναφέρουν το αίτημα για μια νέα ρύθμιση έως 120 δόσεις που θα καλύπτει τόσο παλαιές όσο και νέες οφειλές. Το βασικό τους επιχείρημα είναι ότι μόνο μια γενναία και μακροπρόθεσμη ρύθμιση μπορεί να «ξεκολλήσει» χιλιάδες οφειλέτες από την παγίδα των ληξιπρόθεσμων.

Όπως υποστηρίζουν, οι υφιστάμενες επιλογές δεν επαρκούν. Η πάγια ρύθμιση της εφορίας περιορίζεται στις 24 δόσεις, ενώ ο εξωδικαστικός μηχανισμός, αν και σημαντικό εργαλείο, αφορά κυρίως οφειλές άνω των 10.000 ευρώ και δεν καλύπτει τη μεγάλη μάζα μικρών επαγγελματιών που «κολλάνε» ανάμεσα σε παλιά και νέα χρέη.

Οι φορείς της αγοράς αναγνωρίζουν ότι μια ρύθμιση 120 δόσεων έχει δημοσιονομικό κόστος, το οποίο εκτιμούν κοντά στα 3 δισ. ευρώ. Ωστόσο, αντιτείνουν ότι το πραγματικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα θα ήταν θετικό, καθώς σήμερα ένα μεγάλο μέρος των οφειλών αυτών παραμένει ουσιαστικά ανείσπρακτο.

Η προκαταβολή φόρου ως μόνιμος μηχανισμός αποστράγγισης ρευστότητας

Το δεύτερο μεγάλο μέτωπο αφορά την προκαταβολή φόρου, έναν θεσμό που ισχύει από το 1994 και ενισχύθηκε σημαντικά κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης. Σήμερα, οι επιχειρήσεις προκαταβάλλουν το 80% του φόρου εισοδήματος της επόμενης χρήσης, μετά την αφαίρεση τυχόν παρακρατήσεων.

Στην πράξη, πρόκειται για έναν μηχανισμό προείσπραξης φόρου με βάση τα κέρδη της τρέχουσας χρήσης, ο οποίος ανακυκλώνεται κάθε χρόνο. Ο φόρος επιστρέφεται και προκαταβάλλεται εκ νέου, δημιουργώντας έναν μόνιμο φαύλο κύκλο που στερεί κρίσιμη ρευστότητα από την αγορά, ιδιαίτερα σε περιόδους αυξημένων επενδυτικών ή λειτουργικών αναγκών.

Οι φορείς της αγοράς επισημαίνουν ότι η προκαταβολή φόρου, όπως εφαρμόζεται σήμερα, δημιουργεί σοβαρές στρεβλώσεις. Προτείνουν αρχικά τη μείωσή της στο 40%, ενώ το ΕΒΕΑ έχει φτάσει να εισηγείται ακόμη και τον πλήρη μηδενισμό της.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πώληση ενός ακινήτου από μια επιχείρηση. Το έσοδο φορολογείται κανονικά, αλλά ταυτόχρονα «φουσκώνει» την προκαταβολή φόρου, παρότι πρόκειται για άπαξ συναλλαγή που δεν επαναλαμβάνεται. Έτσι, η επιχείρηση καλείται να προκαταβάλει φόρο για μελλοντικά κέρδη που ενδέχεται να μην υπάρξουν ποτέ.