field_kentriki_fotografia

Ο λογαριασμός για την ελληνική οικονομία από το ακριβό πετρέλαιο

Ολοένα και πιο εκρηκτικό γίνεται το κοκτέιλ της ακρίβειας. Η απόφαση των Ευρωπαίων για εμπάργκο στο ρωσικό πετρέλαιο στέλνει σε νέα άνοδο τις τιμές του «μαύρου χρυσού» και διαμορφώνει ένα νέο περιβάλλον πληθωριστικών πιέσεων, με αποτέλεσμα όλα τα σενάρια για τον πληθωρισμό να γράφονται από την αρχή.

Η χθεσινή ανακοίνωση της Eurostat για τον εναρμονισμένο δείκτη τιμών καταναλωτή ήρθε απλώς να επιβεβαιώσει τις ανησυχίες και να ενισχύσει τους φόβους για τους επόμενους μήνες. Στο 10,7% ο πληθωρισμός στην Ελλάδα τον Μάιο (ίσως πάνω από 11% θα πει η ΕΛΣΤΑΤ), στο 8,1% στην Ευρωζώνη με τις τιμές της ενέργειας να έχουν αυξηθεί στο 12μηνο κατά 39,2%.

Αρκεί να πούμε ότι η τιμή του Brent στις αγορές βρισκόταν στα 69 δολάρια πέρσι τέτοια εποχή, ανήλθε στα 100 δολάρια αμέσως μετά τη ρωσική εισβολή και στις 23 Μαρτίου έφτασε στα υψηλά των 121 δολαρίων, στα οποία σχεδόν επανήλθε χθες.

Οι πολίτες καλούνται να αντιμετωπίσουν την ακρίβεια και αναπόφευκτα μειώνουν την κατανάλωση, σε μία «κρίση κόστους διαβίωσης» που οδηγεί με συνοπτικές διαδικασίες είτε σε στασιμοπληθωρισμό είτε σε ύφεση.

Στα θετικά, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η ελληνική οικονομία μέχρι στιγμής αντέχει καθώς τα έσοδα στο πρώτο τετράμηνο ήταν αυξημένα κατά 1,7 δισ. ευρώ σε σύγκριση με τις εκτιμήσεις. Μπαίνουμε έτσι στην τουριστική περίοδο με την ελπίδα τα έσοδα να εμφανιστούν καλύτερα των προσδοκιών και να υπάρξει δημοσιονομικός χώρος για πρόσθετα μέτρα στήριξης.

Στα αρνητικά, η συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος θα συνεχιστεί και ο κίνδυνος ύφεσης σε καμία περίπτωση δεν έχει εξαλειφθεί, ενώ τα δημοσιονομικά περιθώρια σήμερα είναι ελάχιστα. Η κυβέρνηση καλείται να βρει πόρους για να εφαρμόσει νέα μέτρα στήριξης που θα ελαφρύνουν το βάρος του πληθωρισμού, όπως έγινε π.χ. με τους λογαριασμούς του ρεύματος, ενώ δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι μπαίνουμε σιγά - σιγά σε προεκλογική περίοδο.

Το ερώτημα όμως παραμένει: υπάρχουν δημοσιονομικά περιθώρια για στήριξη της οικονομίας όσο το πετρέλαιο θα είναι στα ύψη; Σίγουρα η Ελλάδα δεν είναι από τις χώρες που έχουν να ξοδέψουν χωρίς να το σκεφτούν διπλά. Πολλά θα κριθούν από την πορεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού, από τον τουρισμό και από τη στάση των Ευρωπαίων.

Ο «λογαριασμός» για την ελληνική οικονομία μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 5,5 δισ. ευρώ φέτος, σε όρους οικονομικής δραστηριότητας που αντιστοιχεί περίπου σε 3% ΑΕΠ και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα δημοσιονομικά μέτρα στήριξης που θα εφαρμοστούν συνολικά στο έτος. Είναι το σενάριο που η ανάπτυξη θα περιοριστεί σημαντικά το 2022 και θα διαμορφωθεί χαμηλότερα από το 2%.

Η κατάσταση έχει ως εξής: Ο προϋπολογισμός του 2022 καταρτίστηκε με την υπόθεση ότι η τιμή του πετρελαίου θα διαμορφωνόταν γύρω στα 87 δολάρια. Γίνεται αντιληπτό ότι έχουμε να κάνουμε με μία εντελώς διαφορετική πραγματικότητα στην οποία βέβαια θα πρέπει να συνυπολογιστούν και οι καλύτερες των προσδοκιών επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας το 2021. Και πάλι, όμως, ο λογαριασμός δεν βγαίνει.

Σε μία συγκυρία που το κόστος δανεισμού κινείται ανοδικά αφού οι κεντρικές τράπεζες προχωρούν σε αυξήσεις επιτοκίων, η χώρα καλείται να εμφανίσει έλλειμμα μικρότερο του 2% φέτος σε μία εξαιρετικά σύνθετη εξίσωση.

Το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι κανείς, μα κανείς, δεν μπορεί να προβλέψει για πόσο θα διαρκέσει η ακρίβεια. Το μόνο σίγουρο είναι ότι με το πετρέλαιο στα 120 δολάρια και τις πληθωριστικές προσδοκίες στα ύψη, οι τιμές στα πάντα, από τα καύσιμα, μέχρι τα τρόφιμα και τις μεταφορές, θα παραμείνουν στα σημερινά πολύ υψηλά επίπεδα ή σε ακόμη υψηλότερα, τουλάχιστον έως το 2024. Ακόμη και αν μεσολαβήσει ύφεση οι δυνάμεις που καθορίζουν τις τιμές θα υποχωρήσουν πολύ αργά εκτός και αν σημειωθεί μία πολύ βαθιά οικονομική κρίση.

Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα δηλαδή. Επίσης, η ΕΚΤ δεν μπορεί να κάνει πολλά. Το γεγονός ότι ο πληθωρισμός οφείλεται σε εξωγενείς παράγοντες ουσιαστικά αχρηστεύει – αν όχι εντελώς, σε μεγάλο βαθμό - το εργαλείο αύξησης των επιτοκίων. Ακόμα δηλαδή και αν αυξηθούν πολύ τα επιτόκια, η οικονομική δραστηριότητα θα επιβραδύνει σημαντικά αλλά δεν θα αλλάξουν πολλά ως προς τις δυνάμεις που συντηρούν σήμερα τις τιμές της ενέργειας στα ύψη.

Θα υπάρξει ευρωπαϊκή απόφαση για τα μέτρα στήριξης; Να επαναλάβουμε σε αυτό το σημείο ότι το πρόβλημα είναι πανευρωπαϊκό και χώρες όπως η Γερμανία, η Ιταλία και η Γαλλία αντιμετωπίζουν τεράστια προβλήματα, με το γαλλικό ΑΕΠ να συρρικνώνεται στο πρώτο τρίμηνο λόγω της χαμηλότερης κατανάλωσης και τη Γερμανία να βρίσκεται στις παρυφές της ύφεσης και να έχει μεγάλη εξάρτηση από τις εισαγωγές ενέργειας. Η διαφορά με την Ελλάδα είναι ότι με εξαίρεση την Ιταλία οι περισσότερες χώρες έχουν δημοσιονομικά περιθώρια για μέτρα στήριξης.

Η Ελλάδα δυστυχώς είναι από τις χώρες με τον μικρότερο δημοσιονομικό χώρο μετά τα όσα έχει τραβήξει την τελευταία δεκαετία, αλλά και το υψηλότερο χρέος ενώ την ίδια ώρα δεν έχει την επενδυτική βαθμίδα. Όλα αυτά συνεπάγονται ότι πρέπει να λειτουργήσει με δημοσιονομική πειθαρχία παρά την απόφαση για επέκταση της ρήτρας γενικής διαφυγής.

Χρειάζεται η σύμφωνη γνώμη των Ευρωπαίων τόσο για τις φοροελαφρύνσεις που έχουν προαναγγελθεί όσο και τα επιπλέον μέτρα στήριξης που θα απαιτηθούν.