Ο άσσος των ελληνικών επιχειρήσεων για το 2020

Ο άσσος των ελληνικών επιχειρήσεων για το 2020

Της Μαίρης Βενέτη

Η Τράπεζα της Ελλάδος κατέγραψε το 2019 μια Β εξαιρετικά μεγάλη πτώση της μέσης απόδοσης των εταιρικών ομολογιακών τίτλων, γεγονός που οδήγησε το κόστος δανεισμού των ελληνικών επιχειρήσεων σε αρκετά κοντινά επίπεδα με εκείνο των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.

Πιο συγκεκριμένα, στο τέλος του Νοεμβρίου 2019 η μεσοσταθμική απόδοση των ομολόγων που έχουν εκδώσει ελληνικές επιχειρήσεις στο εξωτερικό υποχώρησε στο 1,31%!Β 

Όπως σημειώνει η Τράπεζα της Ελλάδος, οι συνθήκες χρηματοδότησης των ελληνικών επιχειρήσεων από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές παρέμειναν διευκολυντικές κατά την περίοδο του 2019, καθώς τα αρνητικά επιτόκια οδήγησαν τους διεθνείς επενδυτές να αναζητήσουν αποδόσεις σε ομόλογα επιχειρήσεων με δυνατά θεμελιώδη μεγέθη, αλλά χαμηλή πιστοληπτική διαβάθμιση.Β 

Έτσι οι ελληνικές επιχειρήσεις βρήκαν τον «ζωτικό» χώρο να αντικαταστήσουν παλαιότερα ομόλογα τα οποία είχαν εκδοθεί με πολύ υψηλότερα κουπόνια, με νέες εκδόσεις χαμηλών τοκομεριδίων, με αποτέλεσμα η μέση σταθμική απόδοση των ομολόγων των ελληνικών μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων να συγκλίνει Β σημαντικά Β με τις αποδόσεις αντίστοιχων ευρωπαϊκών ομολόγων, παρά το γεγονός ότι τα τελευταία είχαν διαβάθμιση στην επενδυτική κατηγορία.

Μέσα σε αυτό το κλίμα λοιπόν είχαμε μια πληθώρα ελληνικών εκδόσεων ειδικά την περίοδο του Σεπτεμβρίου - Νοεμβρίου 2019, κατά την οποία εκδόθηκαν τρία νέα ομόλογα σε διεθνείς αγορές, συνολικού ύψους 1,5 δισ. ευρώ.

Το 2019 επίσης είχαμε τέσσερα νέα ομόλογα στην εγχώρια αγορά εταιρικών ομολόγων συνολικής αξίας περίπου 530 εκατ. ευρώ.Β 

Αμφότερα είχαν εξαιρετικά χαμηλότερα τοκομερίδια από τις εκδόσεις της περασμένης πενταετίας, ενώ σημείωσαν σοβαρή υπερκάλυψη.

Συνολικά το 2019 τα ελληνικά ομόλογα -κρατικά και εταιρικά- προσέλκυσαν κεφάλαια άνω των 12 δισ. ευρώ, γεγονός που σηματοδοτεί την κατακόρυφη αύξηση των κεφαλαιακών εισροών στη χώρα.

Οι προοπτικές για το 2020

Β Στα «πηγαδάκια» της επενδυτικής κοινότητας υπάρχει διάχυτη αισιοδοξία ότι οι ελληνικές εταιρείες θα ζήσουν ακόμα καλύτερες μέρες χρηματοδότησης, καθώς μεγάλες επενδυτικές τράπεζες του εξωτερικού έχουν προσεγγίσει Β διοικήσεις μεγάλων Β ελληνικών ομίλων με προτάσεις για νέες εκδόσεις ευρωομολόγων.

Η τάση που είχαμε υποστηρίξει ενθέρμως το Β 2019Β συνεχίζεται λόγω της μεγάλης ζήτησης για ελληνικούς τίτλους Β από επενδυτές του εξωτερικού μέσα στο πλαίσιο αναζήτησης αποδόσεων σ’έναν κόσμο αρνητικών επιτοκίων.

Δεδομένου ότι ο ΟΔΔΗΧ έχει ανακοινώσει ότι η προσφορά νέων ομολόγων θα κινηθεί σε χαμηλά επίπεδα-μεταξύ τω 4-8 δισ. ευρώ – και οι ελληνικές εταιρικές εκδόσεις του 2019 έκλεισαν όπως αναφέραμε με υπερκάλυψη, το 2020 προοιωνίζεται ένα ενδιαφέρον έτος για τις ελληνικές επιχειρήσεις, τουλάχιστον όσον αφορά τις ευκαιρίες για άντληση φθηνού χρήματος μέσω ευρωομολόγων.

Μετά τις Β μεγάλες εκδόσεις του ΟΤΕ, των ΕΛΠΕ του Μυτιληναίου, αλλά και της Τέρνα Ενεργειακής, της Aegean, της Ελλάκτωρ, της Εθνικής Τράπεζας και της Τράπεζας Πειραιώς, την σκυτάλη από ότι φαίνεται θα την πάρει ο ΟΠΑΠ, καθώς σύμφωνα με τον οικονομικό αναλυτή της εταιρείας, εξετάζονται διάφορες «εναλλακτικές» για τη διάρθρωση του συνολικού χρέους της εταιρείας.Β 

Πιθανότατα λοιπόν ο ΟΠΑΠ να αναχρηματοδοτήσει παλιά και ακριβά δάνεια μέσω μιας νέας ευρωπαϊκής έκδοσης με πολύ χαμηλότερο τοκομερίδιο.

Αν η S&P δώσει το πράσινο φως μέσω μιας αναβάθμισης της αξιολόγησης της, η ΔΕΗ λογικά θα είναι επίσης μια Β από τις πρώτες επιχειρήσεις που θα προχωρήσουν το 2020 Β στην έξοδό τους στην ευρωπαϊκή αγορά ομολόγων.Β 

Τέλος, να αναφέρουμε ότι για το πρώτο διάστημα του έτους, η Διοίκηση της Alpha Bank έχει εξαγγείλει την έκδοση ομολόγου Tier II ύψους 500 εκατ. ευρώ, το οποίο αναμένεται να θέσει ακόμη πιο χαμηλά τον πήχη της τιμολόγησης για τις τραπεζικές εκδόσεις.

* Αποποίηση Ευθύνης: Το υλικό αυτό παρέχεται για πληροφοριακούς και μόνο σκοπούς. Σε καμια περίπτωση δεν πρέπει να εκληφθεί ως προσφορά, συμβουλή ή προτροπή για την αγορά ή πώληση των αναφερόμενων προϊόντων. Παρόλο που οι πληροφορίες που περιέχονται βασίζονται σε πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες, καμία διασφάλιση δε δίνεται ότι είναι πλήρεις ή ακριβείς και δεν θα πρέπει να εκλάμβανονται ως τέτοιες.