Η οδηγία της ΕΚΤ που καλεί τις τράπεζες της Ευρωζώνης με υψηλά επίπεδα «κόκκινων» δανείων να θέσουν «φιλόδοξους» στόχους μείωσης με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, μπορεί σε ακραίες περιπτώσεις, να οδηγήσει τις πιο αδύναμες τράπεζες πιο κοντά σε μία επίσημη διαδικασία εξυγίανσης, προκαλώντας απώλειες στους ομολογιούχους.
Αυτό αναφέρει η Fitch Ratings, υποστηρίζοντας, ωστόσο, ότι η πρωτοβουλία είναι θετική για τους πιστωτές των τραπεζών που μπορούν να μειώσουν τα NPLs, όπως μέσω της άντλησης κεφαλαίων.
«Εκτιμούμε ότι υπάρχουν όρια στο πόσο γρήγορα μπορεί η ΕΚΤ να αναγκάσει ορισμένες από τις πιο αδύναμες τράπεζες να μειώσουν τα NPLs χωρίς να προκύπτουν κεφαλαιακές ανάγκες τις οποίες ενδεχομένως να μην μπορούν να καλύψουν μέσω ιδιωτών, αν και η ''προληπτική ανακεφαλαιοποίηση'' με κρατικά κεφάλαια ίσως είναι δυνατή για κάποιες τράπεζες που πληρούν αυστηρές προϋποθέσεις», αναφέρει ο οίκος αξιολόγησης.
Η Fitch σημειώνει ότι τουλάχιστον 35 από τις 125 «σημαντικές τράπεζες» που εποπτεύει η ΕΚΤ διαθέτουν υψηλά επίπεδα NPLs που είναι διπλάσια από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, σύμφωνα με στοιχεία της EBA. Οι περισσότερες από αυτές είναι στην Ελλάδα, στην Ιρλανδία, στην Ιταλία, στην Πορτογαλία και στην Ισπανία, ενώ κάποιες είναι και σε πιο εύρωστες οικονομίες του βορρά.
Σε χώρες με υψηλά επίπεδα «κόκκινων» δανείων, η εξυγίανση μίας ή περισσότερων τραπεζών μπορεί να βοηθήσει τον υπόλοιπο κλάδο, αν γίνει προσεχτικά χωρίς να απειληθεί η βραχυπρόθεσμη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Για ορισμένες χώρες, κυρίως για την Ιταλία, υπάρχουν επιπρόσθετες πολιτικές δυσκολίες στην επιβολή ζημιών στους ομολογιούχους, λόγω του μεγάλου αριθμού εγχώριων ιδιωτών κατόχων ομολόγων.
Ο οίκος υποστηρίζει ότι κάποιοι τραπεζικοί κλάδοι έχουν υπερβολικά μεγάλο αριθμό τραπεζών και η συγκέντρωση θα βοηθούσε τις τράπεζες να επιτύχουν οικονομίες κλίμακας και να βελτιώσουν την αποδοτικότητα και τα περιθώρια.
