Η δοκιμασία της ευρωπαϊκής συνοχής
Shutterstock
Shutterstock

Η δοκιμασία της ευρωπαϊκής συνοχής

Δεν είναι αμελητέα η απειλή αποσύνθεσης της Ευρώπης, διότι πηγάζει από ζητήματα συμφυή με τις θεμελιώδεις αξίες της. Οι αδιάλειπτες κρίσεις και ο αντίκτυπός τους στο κόστος και τον τρόπο διαβίωσης υποβάλλουν τους πολίτες και τις κυβερνήσεις σε σκληρή δοκιμασία κόπωσης, ενώ εξάπτουν τις πολιτικές αντιθέσεις στο πεδίο της διαχείρισης αλλά και επί της ουσίας.

Η σταδιακή υποχώρηση της διεθνούς επιρροής, της γεωπολιτικής αυτονομίας, της ασφάλειας και της ανταγωνιστικότητας της ΕΕ δεν είναι συμπτώσεις, είναι συμπτώματα.

Εκ των γεγονότων, ο ευρωσκεπτικισμός και ο αντιευρωπαϊσμός ενισχύονται και επηρεάζουν περισσότερα κοινωνικά στρώματα καθώς οπισθοδρομεί η προοπτική της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Ταυτόχρονα αποδυναμώνεται πολιτικά η αξιακή αρχή της εσωτερικής αλληλεγγύης την οποία εκφράζει κατά κύριο λόγο η Πολιτική της Συνοχής. 

Η ΠτΣ ασκείται μέσω διαρθρωτικών ταμείων χρηματοδοτούμενων αδιάλειπτα από τον Προϋπολογισμό της ΕΕ αφενός για να καταπολεμούν τις περιφερειακές ανισότητες με στοχευμένες επενδύσεις, ώστε, μακροπρόθεσμα, να συγκλίνουν τα επίπεδα ανάπτυξης και να επιτευχθεί η κοινωνική, οικονομική και εδαφική συνοχή της Ευρώπης, και, αφετέρου, για να υπηρετούν στόχους άλλων κρίσιμων για την ενοποίησή της πολιτικών.

Οι επενδύσεις εντάσσονται σε προγράμματα που συμφωνούνται στο πλαίσιο της εταιρικής σχέσης (ΕΣΠΑ), εγκρίνονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και εφαρμόζονται από τις εθνικές αρχές, ανάλογα με την πρόοδο επί του πεδίου, ενώ η ευθύνη της διαχείρισης επιμερίζεται στους εταίρους.

Εκτάκτως, λόγω της συρρίκνωσης της οικονομίας και της ανεργίας που προκάλεσε η πανδημία, με στόχο την πυροδότηση της ανάπτυξης, ένα νέο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) χρηματοδοτεί επενδύσεις Οικονομικού Μετασχηματισμού (ΟΜ) οριζόντιου χαρακτήρα, με έμφαση στην πράσινη και ψηφιακή μετάβαση.

Οι επενδύσεις αυτές, συνοδευόμενες υποχρεωτικά από συναρτώμενες μεταρρυθμίσεις, εντάσσονται σε Εθνικά Σχέδια Ανάπτυξης και Ανθεκτικότητας τα οποία εγκρίνουν διακυβερνητικά οι υπουργοί Οικονομικών και εφαρμόζουν οι εθνικές αρχές υπό κεντρική διαχείριση για μεγαλύτερη ευελιξία και ταχύτητα.

Οι πόροι προέρχονται από δάνεια που συνάπτει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και θα αποπληρώνει από τον ευρωπαϊκό Προϋπολογισμό, ενώ εκταμιεύονται αφού υλοποιηθούν οι επενδύσεις σε καθορισμένα ορόσημα έως το 2026, αντί του 2030 που ισχύει για την ΠτΣ. 

Το ΤΑΑ εντάχθηκε στον ευρωπαϊκό Προϋπολογισμό, υπό τη σκέπη της ΠτΣ για να της προσδώσει ολοκληρωμένο χαρακτήρα.

Η υπερβατική αυτή πολιτική απόφαση στηρίζει την άποψη ότι οι περιφερειακές ανισότητες οφείλονται στο παραγωγικό-επενδυτικό κενό και αντιμετωπίζονται καλύτερα με οριζόντιες παρεμβάσεις ΟΜ, ενώ υποβαθμίζει τον χωρικό τους αντίκτυπο, όπως π.χ. η επίπτωση της ενεργειακής μετάβασης στις περιοχές απολιγνιτοποίησης, ή η υπέρ-απόδοσή τους στις οικονομίες με τις περισσότερες ικανότητες, καθώς και τον αντίκτυπο άλλων πολιτικών, οριζόντιων ή τομεακών, όπως η πολιτική για τη μετανάστευση και το άσυλο ή η πολιτική μεταφορών, αλλά και των ποικίλων κρίσεων, όπως η κλιματική ή η ενεργειακή.

Αυτόν τον αντίκτυπο αντισταθμίζει η ΠτΣ. Εάν εκλείψει ή συρρικνωθεί, το πρόσθετο κόστος θα βλάψει τα μακροοικονομικά μεγέθη όλων των οικονομιών, και των ανεπτυγμένων, ενώ θα απομακρύνει την ΕΕ ακόμα περισσότερο από τους πολίτες.

Ορισμένοι θυμίζουν επίσης ότι το μεταρρυθμιστικό κύμα της τελευταίας δεκαετίας συνέβαλε μεν στην ανάκαμψη της παραγωγής, αλλά δεν κατέστησε την ευρωπαϊκή οικονομία ανταγωνιστική ως προς βιομηχανικές χώρες, όπως οι ΗΠΑ.

Προς το παρόν, τα δυο εργαλεία συνυπάρχουν, ενώ η συμπληρωματική και ταυτόχρονα ανταγωνιστική σχέση που αναπτύσσουν θα επηρεάσει τη διαπραγμάτευση για τον προϋπολογισμό της ΕΕ μετά το 2027. Κανείς όμως δεν γνωρίζει σε ποιον βαθμό. Αν το ΤΑΑ διατηρηθεί, θα χρηματοδοτείται με τον ίδιο τρόπο, μέσω δανεισμού, ή θα αποσπάσει πόρους από την ΠτΣ;

Αν καταργηθεί, θα μεταβιβάσει στοιχεία του στην ΠτΣ και ποια; Μια πρώτη απάντηση θα δώσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στη σχετική πρότασή της που αναμένεται την άνοιξη του 2025.

Ωστόσο, παρατηρούνται τα εξής ανησυχητικά για την ΠτΣ φαινόμενα: Στα πλουσιότερα κράτη-μέλη καταγράφεται τάση αποδυνάμωσης της ΠτΣ ή και αναπλήρωσής της από φθηνότερες επιδοματικές πολιτικές, ενώ θεωρείται ως πολυτέλεια η διατήρηση δυο ισομεγεθών εργαλείων με επικαλυπτόμενες στοχεύσεις.

Επίσης, αποδίδουν μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα στην αναπτυξιακή δυναμική του ΤΑΑ, ενώ οι υπεύθυνοι υπουργοί Οικονομικών, ιεραρχούν διαφορετικά τις προτεραιότητες, ιδίως σε περιόδους κρίσεων, όταν οι επείγουσες ανάγκες αντιμετωπίζονται βραχυπρόθεσμα και όχι με μακροπρόθεσμες πολιτικές όπως η ΠτΣ.

Υπάρχουν πρόσφατα παραδείγματα που επιβεβαιώνουν την τάση, όπως η χρησιμοποίηση αναπορρόφητων πόρων της ΠτΣ για την αντιστάθμιση της αύξησης του κόστους ενέργειας ή η σύσταση του Κοινωνικού Ταμείου για το Κλίμα.

Επιπλέον, αν και το ΤΑΑ δεν έχει ακόμα κριθεί στο πεδίο, ήδη πιστώνεται την εφαρμογή απλών και ταχύτερων διαδικασιών, ενώ στην ΠτΣ χρεώνεται αδυναμία επίτευξης στόχων, γραφειοκρατική διαχείριση και καθυστερήσεις.

Τέλος, πολιτικές προτεραιότητες, όπως η πράσινη και η ψηφιακή μετάβαση, θα παραμένουν επίκαιρες για τα επόμενα πολλά χρόνια προσδίδοντας ασύμμετρο πλεονέκτημα στο ΤΑΑ. Είναι προφανές ότι η αναζήτηση συμβιβασμού θα είναι δύσκολη.

Το επιθυμητό είναι να συμφωνηθεί η αναγκαιότητα της ΠτΣ διατηρώντας αυτοτελή μέσα και ισχυρούς πόρους και να αποκλεισθεί τυχόν επιλεκτική σύνθεση των δυο πολιτικών προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Τυχόν ασυνέχεια θα έχει σημαντικές επιπτώσεις, κυρίως μακροοικονομικές, σε κράτη-μέλη με ιδιαίτερα οικονομικά χαρακτηριστικά και μόνιμη ανάγκη χωρικών παρεμβάσεων για γεωγραφικούς λόγους.

Στην απευκταία αυτή περίπτωση, οι επιπτώσεις θα πρέπει να αντισταθμιστούν με μέτρα, όπως η ενίσχυση των χρηματοδοτήσεων από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων σε συνδυασμό με επιχορηγήσεις από τον προϋπολογισμό της ΕΕ και σύμφωνα με το μοντέλο του Μηχανισμού Δίκαιης Μετάβασης, η ισχυρή χρηματοδότηση προληπτικών μέτρων για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, η εξαίρεση από τους υπολογισμούς των ορίων ελλείμματος και χρέους των επενδυτικών δαπανών σε τομείς που ενισχύουν τη στρατηγική αυτονομία της ΕΕ ή έχουν ευρύτερη θετική επίδραση σε επίπεδο ΕΕ, όπως η ενέργεια, η διαχείριση των συνόρων, κ.ά. 

Το όλο ζήτημα μας επηρεάζει, καθώς στην Ελλάδα, παραδοσιακά, η ανάπτυξη όχι μόνο χρηματοδοτείται αλλά και καθοδηγείται από την ΠτΣ. Γι’ αυτό άλλωστε όλες οι κυβερνήσεις προσπαθούσαν να συμβάλλουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην αξιοποίησή της, καταπολεμώντας τις αδυναμίες που αναδείκνυε ο δεσμός αυτός.

Ωστόσο, παρά τις προσπάθειες, χρονίζοντα προβλήματα επανεμφανίζονται κατά καιρούς σε καίριες αλληλένδετες πτυχές του αναπτυξιακού συστήματος. Αναμφίβολα, σε κάθε περίοδο βελτιώνονταν ορισμένες πτυχές, ιδίως στις θεσμικές, οργανωτικές και τεχνικές τους παραμέτρους και σε μηχανισμούς, αλλά δημιουργούνταν άλλες.

Αφετέρου, αξιόλογες μεταρρυθμίσεις που θα επέλυαν οριστικά τα προβλήματα, εγκαταλείπονταν υπό το βάρος της καθημερινής διαχείρισης ή ακυρώνονταν λόγω πολιτικού κόστους ή υπονομεύονταν από τη διοίκηση, ευθέως ή δια της αδράνειας, με αποτέλεσμα να επιδεινώνονται τα προβλήματα και οι δημοσιονομικές τους επιπτώσεις.

Για τους λόγους αυτούς, παρά την αναμφισβήτητη αύξηση του ρυθμού ανάπτυξης, η συνολική απόδοση ήταν δυσανάλογα μικρή σε σχέση με το ύψος των διαθέσιμων, ανά περίοδο, πόρων, ενώ οι ανισότητες παραμένουν, ως αποτέλεσμα της έλλειψης προϋποθέσεων για την αυτοδύναμη ανάπτυξη όλων των περιφερειών, και όχι μόνο της Αττικής και, οριακά, της Κεντρικής Μακεδονίας.

Ένα μερίδιο της ευθύνης αποδίδεται στον εκάστοτε αναπτυξιακό σχεδιασμό και τις προτεραιότητες. Η αλάνθαστη συνταγή των κρυστάλλινων στόχων που επιτυγχάνονται με μακροπρόθεσμη «από πάνω» στρατηγική και «από κάτω προς τα πάνω» χωρική εξειδίκευση δεν ακολουθήθηκε πάντα, ενώ συγκριτικά με άλλα κράτη-μέλη η Ελλάδα απέρριψε επιλογές υψηλής αναπτυξιακής απόδοσης, ρίχνοντας το κύριο βάρος στις φυσικές υποδομές.

Ένα άλλο μερίδιο ευθύνης μπορεί να αποδοθεί σε αλληλένδετες παραμέτρους, όπως η δομή της οικονομίας και η διάρθρωση, η οργάνωση και η λειτουργία του κράτους, οι οποίες, επιπλέον των άλλων επιπτώσεων, περιορίζουν και την απόδοση εκείνων των μεταρρυθμίσεων που τελικά υλοποιούνται.

Σήμερα, μετά και τη σύσταση του ΤΑΑ, στην οποία πρωτοστάτησε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, δεν πρέπει να αναβιώσει ο κίνδυνος να αποδειχτεί και πάλι ότι οι τεράστιοι πόροι που εξασφαλίστηκαν είναι δυσανάλογα μεγάλοι σε σχέση με την ικανότητα του αναπτυξιακού συστήματος να τους απορροφήσει ποσοτικά και ποιοτικά.

Το κυριότερο πρόβλημα εντοπίζεται για άλλη μια φορά στην επάρκεια των δικαιούχων, που είναι οι ίδιοι και στις δυο πηγές, την ΠτΣ και το ΤΑΑ.

Τα κρίσιμα προβλήματα όπως το συγκεκριμένο, δεν αντιμετωπίζονται στη ρίζα τους με ρυθμίσεις, όσο αποτελεσματικές και να είναι αυτές, αλλά με συμπεριληπτικές μεταρρυθμίσεις στα άδυτα του Δημόσιου τομέα, κεντρικά και στην περιφέρεια.

* Ο Κωστής Μουσουρούλης είναι π. Υπουργός