Το 2025 μαζί με την θεαματική άνοδο των μετοχών, του χρυσού και αρκετών ακόμα περιουσιακών στοιχείων, κληρονόμησε στο 2026 και το πρόβλημα του υπέρμετρου βάρους του χρέους, τόσο του δημοσίου όσο και του ιδιωτικού, σε παγκόσμια κλίμακα. Ενός χρέους που υπολογίζεται στα $313 τρισ.
Όλοι θυμόμαστε ότι σύμφωνα με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ του 1992, το όριο της αναλογίας του Δημοσίου Χρέους προς το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ) είχε καθοριστεί στο 60%. Το όριο του 60% είχε συμφωνηθεί από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις των τότε 12 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για τη δημιουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ) και την υιοθέτηση του ευρώ.
Το 1997, το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης είχε ενισχύσει και διευκρινίσει τα κριτήρια του Μάαστριχτ, εισάγοντας μηχανισμούς εποπτείας, προληπτικό και διορθωτικό βραχίονα, καθώς και κυρώσεις για χώρες που υπερβαίνουν το 60% χωρίς να μειώνουν το χρέος με ικανοποιητικό ρυθμό.
Αλλά και το Δημοσιονομικό Σύμφωνο του 2012, είχε ενισχύσει ακόμα περισσότερο το όριο του 60%, υποχρεώνοντας τις χώρες να το ενσωματώσουν στο εθνικό τους δίκαιο και εισάγοντας τον κανόνα μείωσης του χρέους. Έτσι στις περιπτώσεις όπου το χρέος υπερέβαινε το 60%, έπρεπε η υπέρβαση του αυτή να μειώνεται κατά 5% σε ετήσια βάση.
Βέβαια, το 60% του Χρέους/ΑΕΠ για αρκετές χώρες στην Ευρώπη αποτελεί όνειρο θερινής νυκτός. Με τις χώρες της Ευρωζώνης να βρίσκονται στο 88% και της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 27, στο 82%. Βέβαια, υπάρχουν χώρες πολύ πιο ψηλά από το 110%, όπως η Ελλάδα, η Ιταλία και η Γαλλία, αλλά και χώρες χαμηλότερα ακόμα και από το 40% όπως η Δανία, το Λουξεμβούργο, η Εσθονία και η Βουλγαρία.
Αλλά και στις ΗΠΑ τα πράγματα δεν είναι πολύ καλύτερα. Το ομοσπονδιακό δημόσιο χρέος ξεπέρασε τα $38 τρισεκατομμύρια το 2025, με τους οίκους αξιολόγησης να υποβαθμίζουν το αξιόχρεο των ΗΠΑ, από ΑΑΑ σε ΑΑ+ (S&P), από ΑΑΑ σε ΑΑ+ (Fitch Ratings) και από Αaa σε Aa1 (Moody's). Κυρίως λόγω του ετήσιου υπερβολικού κόστους εξυπηρέτησης του χρέους, που υπολογίζεται σε τόκους ύψους $1 τρισ. Ποσό που ξεπερνάει το 3% του ΑΕΠ. Ας θυμηθούμε, ότι το 2020 οι τόκοι που κατέβαλε στους ομολογιούχους το αμερικανικό Δημόσιο ανέρχονταν στα $345 δισ. Τριπλασιασμός σε πέντε μόλις έτη! Το δε μέλλον δεν θα είναι ευοίωνο, αφού ο «One Big Beautiful Bill» φορολογικός νόμος του Λευκού Οίκου αναμένεται να αυξήσει το δημοσιονομικό έλλειμμα των ΗΠΑ κατά $4 τρισ. μέχρι το 2034.
Η διόγκωση του παγκόσμιου δημοσίου χρέους, είναι αποτέλεσμα των δημοσιονομικών ελλειμμάτων που είχαν εκτοξευθεί από τις κυβερνήσεις κατά τη διάρκεια της πανδημίας, αλλά και αργότερα. Ωστόσο, παρ’ όλο που τα χρέη αρχίζουν να λαμβάνουν μη βιώσιμες διαστάσεις, λίγες είναι οι κυβερνήσεις που προτάσσουν τη δημοσιονομική πειθαρχία στις προτεραιότητες τους. Και όποτε το κάνουν, προσπαθώντας να υιοθετήσουν μεταρρυθμίσεις που φαντάζουν αντιλαϊκές και είναι αντιδημοφιλείς, οδηγούνται στο χείλος της πολιτικής κατάρρευσης τους, όπως για παράδειγμα στη Γαλλία.
Η εικόνα του κρατικού χρέους της Κίνας, είναι εξ ίσου ανησυχητική. Επισήμως αγγίζει το 70%. Ωστόσο, οι αναλυτές εκτιμούν ότι εφόσον συνυπολογισθούν τα χρέη των τοπικών κυβερνήσεων, που προκύπτουν από τις προσπάθειες τους να στηρίξουν την οικιστική και βιομηχανική ανάπτυξη, μαζί με την κατανάλωση, τότε τα πραγματικά μεγέθη είναι πιο επιβαρυντικά. Ωστόσο, το Πεκίνο, δεν δείχνει να ανησυχεί για τη διόγκωση του χρέους. Ανησυχεί περισσότερο για την ανεργία η οποία αρχίζει να διευρύνεται στις νέες ηλικίες, και για την πιθανότητα επέκτασης της ήδη εκρηκτικής οικιστικής κρίσης.
Παράλληλα οι δυσκολίες αποπληρωμής των κρατικών χρεών αρκετών αναπτυσσόμενων αγορών, δημιουργεί ένα επιπλέον πρόβλημα. Διότι παρ’ όλο που το μέγεθος των συγκεκριμένων χρεών, δεν αποτελεί συστημικό κίνδυνο, ένα ντόμινο πτωχεύσεων, δεν θα άφηνε ανεπηρέαστες ακόμα και τις μεγάλες αγορές.
Όσον αφορά το ιδιωτικό χρέος και εδώ τα πράγματα είναι δύσκολα. Τόσο οι επιχειρήσεις, όσο και τα νοικοκυριά βρίσκονται εκτεθειμένα σε υψηλό δανεισμό. Το κόστος της εξυπηρέτησης των εταιρικών δανείων είναι αρκετά υψηλό, ειδικά σε ένα περιβάλλον χαμηλότερης ανάπτυξης και ισχνής κατανάλωσης. Το ίδιο συμβαίνει και με τα νοικοκυριά. Όπου τα στεγαστικά, τα φοιτητικά, τα καταναλωτικά και τα προσωπικά δάνεια εξυπηρετούνται πλέον με ιδιαίτερη πίεση και αδυναμία από την πλευρά των δανειοληπτών.
Με το παγκόσμιο χρέος να είναι υπερτριπλάσιο από το παγκόσμιο ΑΕΠ, μπορούμε να μιλάμε για ένα υπόβαθρο που μπορεί να υποχωρήσει ανά πάσα στιγμή. Και δεν αποκλείεται οι αγορές χρέους, δηλαδή οι εκδόσεις κρατικών ομολόγων να υποστούν κορεσμό και ασφυξία, ειδικά σε ένα περιβάλλον μείωσης των επιτοκίων στις ΗΠΑ, που θα καταστήσουν τα ομόλογα λιγότερα ελκυστικά. Εξ άλλου, τα κρατικά ομόλογα έχουν πάψει να αποτελούν μια ασφαλή επενδυτική τοποθέτηση μηδενικού ρίσκου. Αφού οι δημοσιονομικές πολιτικές, η διαχείριση των επιτοκίων, οι συναλλαγματικές ισοτιμίες και η μεταβλητότητα στις δευτερογενείς αγορές, πολλές φορές διαψεύδουν τα σενάρια που ίσχυαν κατά τη στιγμή της έκδοσης των ομολόγων.
