Του Απόστολου Σκουμπούρη
Είναι ασφαλώς οξύμωρο όσο και μη αναμενόμενο το γεγονός ότι σε ένα 12ήμερο «γεμάτο» θετικές ειδήσεις όπως η αναβάθμιση από τη Fitch, η επιτυχημένη έξοδος της χώρας στις αγορές, οι αποδόσεις των ομολόγων σε ιστορικό ναδίρ με ράλι άνευ προηγουμένου, η Alpha Bank βγήκε στις αγορές με άκρως πετυχημένο τρόπο, ο τραπεζικός δείκτης έκλεισε χθες σε νέα χαμηλά 4μήνου, κλείνοντας για 8η συνεδρίαση πτωτικά στις δέκα τελευταίες!
Πρόκειται για μια εξέλιξη που έχει προβληματίσει τους συνδαιτυμόνες της ελληνικής αγοράς όλο το τελευταίο διάστημα, όπου το Χ.Α. έδειξε εγγενή αδυναμία να ακολουθήσει με ένταση και δυναμική τη θεαματική «επιστροφή των διεθνών αγορών, ύστερα από την πρόσφατη διόρθωση λόγω του ιού.
Μάλιστα, ο τραπεζικός δείκτης έκλεισε χθες στις 803,40 μονάδες, επίπεδα που αποτελούν νέα χαμηλά τεσσάρων περίπου μηνών, ενώ το -3,64% της Παρασκευής ήταν η μεγαλύτερη ημερήσια πτώση από τις 6 Νοεμβρίου 2019! Συνάμα, ο τραπεζικός δείκτης απέχει σημαντικά από το υψηλό των 924,17 μονάδων που έπιασε στη συνεδρίαση της Δευτέρας 18 Νοεμβρίου 2019.
Υπάρχει προβληματισμός για την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, ενώ η έκθεση της Goldman Sachs που δημοσιεύτηκε την περασμένη Πέμπτη, βάρυνε σημαντικά την κατάσταση, καθώς προχώρησε στην υποβάθμιση του κλάδου, μειώνοντας τις τιμές – στόχους, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου για τη διαχείριση των NPLs.
Εξυπακούεται ότι πλέον ο τραπεζικός δείκτης ευρισκόμενος στο όριο των 800 μονάδων κινείται σε κρίσιμα τεχνικά επίπεδα, αναζητώντας αντίδραση μερικής έστω αποκατάστασης. Όπως σημειώνει ο διευθύνων σύμβουλος της Fast Finance ΑΕΠΕΥ Ηλίας Ζαχαράκης, «ο τραπεζικός έδωσε πτωτική λύση στον σχηματισμό και πλέον φλερτάρει με κίνηση στο επίπεδο των 780 μονάδων, ενώ οι 833 μονάδες είναι η κοντινή αντίσταση με την κύρια – που είναι και νέο stop στο ημερήσιο short - στις 846 μονάδες».
Η αγορά αρχικά επηρεάστηκε από την έξαρση της διεθνούς κρίσης λόγω της εμφάνισης του ιού από την Κίνα διορθώνοντας άνω των 50 μονάδων από το υψηλό των 949 έως το χαμηλό των 897,39 μονάδων που ήταν το ενδοσυνεδριακό χαμηλό της περασμένης Δευτέρας, ενώ κατόπιν έβγαλε αντίδραση αλλά χωρίς ένταση και δυναμική.
Μετά λοιπόν την πτώση – διόρθωση σε ποσοστό 3,98% την τελευταία εβδομάδα του Ιανουαρίου, αυτό το πενθήμερο ο Γ.Δ. έκλεισε χωρίς μεταβολή, όμως ο τραπεζικός δείκτης υποχώρησε εκ νέου σε ποσοστό 4,42%, ανεβάζοντας τις απώλειες από την αρχή του χρόνου στο 9,24%.
Πρόκειται για μια επιβεβαίωση της κόπωσης στον τραπεζικό κλάδο, κάτι που επηρεάζει νομοτελειακά όλη την αγορά, δεδομένου ότι το Χ.Α. είναι ακραία τραπεζοκεντρικό, ενώ οι τράπεζες είναι η ατμομηχανή της οικονομίας αλλά και του χρηματιστηρίου.
Στην αγορά δεν εισήλθαν νέα κεφάλαια και δεν προέκυψαν οι αναμενόμενες νέες τοποθετήσεις από εγχώρια και διεθνή χαρτοφυλάκια, παρ' ότι οι τιμές ήταν σαφώς πιο ελκυστικές έναντι των πρόσφατων επιπέδων. Αυτό που γίνεται ξεκάθαρα αντιληπτό είναι ότι τα ισχυρά ξένα χαρτοφυλάκια έχουν «παγώσει» το μεγαλύτερο τμήμα των πρωτοβουλιών τους, δεν αναλαμβάνουν νέα ρίσκα, κάτι που αντανακλάται ξεκάθαρα στην κατακόρυφη μείωση της αξίας συναλλαγών. Δεν είναι τυχαίο ότι στις τρεις τελευταίες συνεδριάσεις του Χ.Α. ο τζίρος ήταν μικρότερος των 55 εκατ. ευρώ, κάτι που έχει να γίνει πολύ καιρό στην αγορά.
Beta AXE: Εικόνα παραδοξότητας στο Χρηματιστήριο
Για εικόνα παραδοξότητας στην αγορά που εν μέσω θετικών νέων αδυνατεί να «κεφαλαιοποιήσει» τις καλές ειδήσεις κάνει λόγο ο υπεύθυνος ανάλυσης της Beta Χρηματιστηριακή Μάνος Χατζηδάκης στην εβδομαδιαία έκθεσή του.
Ο ίδιος τονίζει πως «η μεγάλη υπερκάλυψη της Alpha Bank στην έκδοση ομολόγου Tier II οδήγησε τα επιτόκια σε ακόμα χαμηλότερα επίπεδα αλλά αυτό δεν στάθηκε αρκετό για να αλλάξει δραματικά η εικόνα της αγοράς. Η παραδοξότητα των χαμηλότερων κρατικών επιτοκίων δανεισμού με την σχετική αδράνεια που επικράτησε στο Χρηματιστήριο προβλημάτισε τους εμπλεκόμενους, αφού για μια ακόμη φορά το X.A. απέτυχε να ακολουθήσει την διεθνή τάση ή να κεφαλαιοποιήσει αποτελεσματικά ένα καλό νέο.
Μάλιστα την εβδομάδα που πέρασε υπήρχε ένας ακόμα λόγος αισιοδοξίας μετά την παρουσίαση του πλάνου της Τράπεζας Πειραιώς και τις νέες –πιο θετικές κατευθυντήριες γραμμές που δόθηκαν από την διοίκηση. Η εξήγηση πίσω από αυτή την αδυναμία βρίσκεται πίσω από τον συνήθη ύποπτο που δεν είναι άλλος από τον τραπεζικό κλάδο», τονίζει ο αναλυτής.
Συνεχίζοντας ο κ. Χατζηδάκης σημειώνει πως «φαίνεται ότι η εκκρεμότητα της ολοκλήρωσης του σχεδίου μείωσης των προβληματικών δανείων (Ηρακλής) που αφορά την μηδενική στάθμιση στα έντοκα στοιχεία ενεργητικού που μπαίνουν κάτω από την εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου, είναι μια αναγκαία και ικανή συνθήκη για την επιστροφή του ισχυρού ενδιαφέροντος στο κλάδο. Παράλληλα, η έλλειψη επίσης ορατού άμεσου χρονοδιαγράμματος για τις τελικές αποφάσεις της εποπτικής αρχής δε βοηθάει στην αλλαγή του κλίματος».
