field_kentriki_fotografia
Shutterstock
Shutterstock
Γερμανία: Πακέτο ελάφρυνσης ύψους 200 δισ. ευρώ

Ο Γερμανός καγκελάριος Όλαφ Σολτς όρισε μια «αμυντική ασπίδα» 200 δισεκατομμυρίων ευρώ σήμερα για να προστατεύσει τις εταιρείες και τους καταναλωτές από τις επιπτώσεις της εκτίναξης των τιμών της ενέργειας.

Η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης προσπαθεί να αντιμετωπίσει το αυξανόμενο κόστος φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας που προκαλείται σε μεγάλο βαθμό από την κατάρρευση των προμηθειών ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη. 

"Οι τιμές πρέπει να μειωθούν, οπότε η κυβέρνηση θα κάνει ό,τι μπορεί. Για τον σκοπό αυτό, στήνουμε μια μεγάλη αμυντική ασπίδα", είπε ο Σολτς παρουσιάζοντας το πακέτο.

Ως «διπλό μπαμ» περιέγραψε το σχέδιο περιορισμού των συνεπειών των υψηλών τιμών ενέργειας για τους καταναλωτές ο καγκελάριος Όλαφ Σολτς.«Το διπλό μπαμ θα βοηθήσει ώστε οι τιμές ενέργειας να πέσουν γρήγορα και να το αντιληφθούν όλοι. Κανείς λοιπόν δεν θα πρέπει να ανησυχεί σκεπτόμενος το φθινόπωρο και τον χειμώνα ή τα Χριστούγεννα και την επόμενη χρονιά ή τους λογαριασμούς. Τα ποσά θα πρέπει και πάλι να μειωθούν», δήλωσε ο κ. Σολτς.

Τα νέα μέτρα ανακούφισης των καταναλωτών, τα οποία θα είναι σε ισχύ έως την άνοιξη του 2024, περιλαμβάνουν ανώτατο όριο τιμής αερίου που θα χρηματοδοτηθεί με κεφάλαια ύψους 150-200 δισεκατομμυρίων ευρώ από το Ταμείο Οικονομικής Σταθεροποίησης (WSF), το οποίο αρχικά δημιουργήθηκε για την αντιμετώπιση των οικονομικών συνεπειών της πανδημίας του κορονοϊού.

Το μέτρο έρχεται να αντικαταστήσει την «εισφορά φυσικού αερίου» που είχε ανακοινωθεί πριν από λίγες εβδομάδες και θα επιβάρυνε τους πελάτες των παρόχων ενέργειας κατά 2,4 σεντ/kWh.

«Συνολικότερο, απλούστερο και γρηγορότερο» χαρακτήρισε το νέο σχέδιο ο υπουργός Οικονομίας Ρόμπερτ Χάμπεκ και μίλησε για «βελτίωση» από το μέτρο της εισφοράς αερίου, του οποίου υπήρξε εμπνευστής.

«Η εισφορά ήταν ένα εργαλείο για τη σταθεροποίηση της αγοράς ενέργειας, με τη μετακύλιση του αυξημένου κόστους των εταιριών ενέργειας στους πελάτες τους. Τώρα έχουμε ένα άλλο εργαλείο, τον οικονομικό όγκο», είπε χαρακτηριστικά ο κ. Χάμπεκ, ο οποίος ωστόσο τόνισε εμφατικά την ανάγκη όλοι να εξοικονομήσουν ενέργεια τον χειμώνα που έρχεται. Τάχθηκε μάλιστα υπέρ της εισαγωγής κινήτρων για αυτόν τον σκοπό.

Ο υπουργός Οικονομικών Κρίστιαν Λίντνερ από την πλευρά του δήλωσε ότι βρισκόμαστε σε «ενεργειακό πόλεμο» και επισήμανε ότι μετά τα σαμποτάζ στους αγωγούς Nord Stream 1 και 2 εκμηδενίστηκε η πιθανότητα προμήθειας ενέργειας από τη Ρωσία.

«Αυτό που κάνουμε είναι ένα μορατόριουμ της επιβάρυνσης των πολιτών», δήλωσε ο κ. Λίντνερ, ο οποίος είχε και τις σημαντικότερες αντιρρήσεις για το μέτρο και τη χρηματοδότησή του, καθώς επιμένει στην επαναφορά του «φρένου χρέους» από το 2023. «Όταν υπάρχει ανάγκη, όπως τώρα, κινητοποιούμε την οικονομική μας ισχύ», δήλωσε σχετικά και τόνισε ότι το μέτρο δεν αναμένεται να πυροδοτήσει άνοδο του πληθωρισμού, όπως εκτιμούν πολλοί οικονομολόγοι.

Οι πυρηνικοί σταθμοί στη νότια Γερμανία, που προηγουμένως επρόκειτο να κλείσουν μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους, θα μπορούν να συνεχίσουν να λειτουργούν μέχρι την άνοιξη του 2023.

Το Βερολίνο ανέστειλε την απόφαση του το χρέος να μην ξεπεράσει το όριο του 0,35% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος φέτος. Ο υπουργός Οικονομικών Κρίστιαν Λίντνερ έχει δηλώσει προηγουμένως ότι θέλει να συμμορφωθεί με το όριο το επόμενο έτος.

Η εισφορά φυσικού αερίου, η οποία επρόκειτο να τεθεί σε ισχύ από το Σάββατο και να παραμείνει σε ισχύ έως τον Απρίλιο του 2024, σχεδιάστηκε με σκοπό να βοηθήσει τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας να καλύψουν το κόστος αντικατάστασης της ρωσικής προμήθειας.

Ωστόσο, η ανάγκη επιβολής του τέλους αμφισβητήθηκε μετά την απόφαση της κυβέρνησης να εθνικοποιήσει την Uniper, τη μεγαλύτερη εισαγωγέα ρωσικού αερίου στη Γερμανία.