Σταδιακά από τον Ιούνιο, ενδεχομένως και νωρίτερα, θα ληφθούν οι πρώτες αποφάσεις για τα αιτήματα της Αθήνας με στόχο τη δημιουργία δημοσιονομικού χώρου, δήλωσε ο Ευρωπαίος Επίτροπος Οικονομικών Πάολο Τζεντιλόνι, ενώ σημείωσε ότι η απόφαση για μείωση των στόχων όσον αφορά τα πρωτογενή πλεονάσματα θα ληφθεί το φθινόπωρο ενόψει της κατάθεσης του προϋπολογισμού του 2021.
Σε συνέντευξή του στην ΕΡΤ. ο κ. Τζεντιλόνι τόνισε ότι «είμαι ανοικτός να συζητήσω σχετικά με το θέμα αυτό στο Γιούρογκρουπ. Είμαι βέβαιος ότι το γεγονός ότι η Ελλάδα βρίσκεται στο σωστό δρόμο, τα αποτελέσματα που έχει πετύχει θα μπορούσαν να δώσουν σε αυτή τη συζήτηση μια καλή προοπτική. Δεν πρέπει όμως να αναμένουμε μια τέτοια συζήτηση τον Ιούνιο. Θα αποφασίσουμε για τις επενδύσεις και στη συνέχεια, σε συνδυασμό με τη συζήτηση για τον επόμενο προϋπολογισμό της Ελλάδας, θα δούμε αν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος με απόφαση του Γιούρογκρουπ» τόνισε.
Ο Ευρωπαίος αξιωματούχος τόνισε πως μέχρι το φθινόπωρο τα βήματα είναι πολύ συγκεκριμένα. Σε ερώτηση αν το πρώτο βήμα θα είναι τον Ιούνιο και αν το Γιούρογκρουπ είναι έτοιμο να χρησιμοποιήσει τα κέρδη από τη διακράτηση ελληνικών ομολόγων για επενδύσεις, ο κ. Τζεντιλόνι ανέφερε πως «το πρώτο βήμα είναι πολύ σημαντικό γιατί η ύπαρξη επενδυτικού κενού εξακολουθεί να αποτελεί πρόβλημα για την ελληνική οικονομία.Αυτό που πιστεύω ότι είναι σημαντικό είναι ότι ναι, κάποια απόφαση μπορεί να ληφθεί πιο γρήγορα. Για παράδειγμα, υπάρχει ένα αίτημα για λίγο μεγαλύτερο δημοσιονομικό χώρο για την αντιμετώπιση του μεταναστευτικού κόστους κι αυτό είναι απολύτως λογικό», πρόσθεσε.
Όσον αφορά την κατάργηση της προστασίας της α΄κατοικίας από τον Μάιο και τη δημιουργία του νέου πτωχευτικού πλαισίου, ο Ευρωπαίος επίτροπος δήλωσε ότι θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα για τα φτωχά νοικοκυριά.
«Πιστεύω ότι η απόφαση της κυβέρνησης κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση», ανέφερε, για να προσθέσει: «Αν υπάρχουν κίνδυνοι, από κοινωνική άποψη στις φτωχότερες κατηγορίες πληθυσμού, πιστεύω ότι θα μπορούσαν να ληφθούν μέτρα. Αλλά αυτό είναι απόφαση της κυβέρνησης και όχι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής».
