Eurostat και ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης: Τι πραγματικά δείχνουν τα στοιχεία για την Ελλάδα

Eurostat και ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης: Τι πραγματικά δείχνουν τα στοιχεία για την Ελλάδα

Κάθε χρόνο, όταν δημοσιεύεται το γνωστό infographic της Eurostat για το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης, ακολουθεί σχεδόν αυτομάτως μια γνώριμη δημόσια συζήτηση. Η χαμηλή θέση της Ελλάδας στη σχετική κατάταξη χρησιμοποιείται ως μία άμεση απόδειξη τόσο για το χαμηλό επίπεδο των μισθών στη χώρα, όσο και ως απόδειξη αποτυχίας της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής συνολικά. 

Η ανάγνωση αυτή είναι εύληπτη, ίσως ικανοποιεί τις εκ των προτέρων πεποιθήσεις κάποιων αλλά παράλληλα υπερβολικά απλουστευτική και εν τέλει παραπλανητική. Και αυτό προκύπτει, διότι η δημόσια συζήτηση περιορίζεται στο infographic αυτό κάθε αυτό χωρίς να εξετάζεται το πλήρες σύνολο των επιμέρους στοιχείων που το συνθέτουν.

Πριν όμως προχωρήσουμε στο τι πραγματικά μας δείχνουν τα στοιχεία, σημαντικό είναι να καταλάβουμε τι σημαίνει «κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης». Πρόκειται για ένα μέγεθος που αποτυπώνει πόσο εισόδημα παράγεται (και συνεπώς καταναλώνεται) ανά κάτοικο, αφού προσαρμοστεί στο διαφορετικό επίπεδο τιμών κάθε χώρας. Με απλά λόγια, μέσω των «Ισοτιμιών Αγοραστικής Δύναμης» γίνεται προσπάθεια να καταστούν οι συγκρίσεις μεταξύ κρατών όσο το δυνατόν πιο δίκαιες. Γι’ αυτό και στη δημόσια συζήτηση συχνά διαβάζεται ως ένας δείκτης της «μέσης αγοραστικής δύναμης». 

Όχι αδικαιολόγητα, αλλά και όχι απολύτως σωστά· γιατί το μέγεθος αυτό δεν αντανακλά μόνο τους μισθούς, αλλά τη συνολική οικονομική κατανάλωση (είτε προέρχεται από μισθούς, είτε από άλλες πηγές) και παροχή, ιδιωτική και δημόσια.

Πάμε τώρα στην ουσία. Για το 2025 πράγματι η Ελλάδα καταγράφει πολύ χαμηλή επίδοση στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης: 68,4% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στη δεύτερη χαμηλότερη θέση, οριακά πάνω από τη Βουλγαρία (68,1%). Ωστόσο, η κατά κεφαλήν τελική καταναλωτική δαπάνη των νοικοκυριών, δηλαδή η κατανάλωση που χρηματοδοτείται από ίδιους πόρους των νοικοκυριών - και επομένως συνδέεται σε μεγαλύτερο βαθμό με την αγοραστική τους δύναμη και το επίπεδο των μισθών - βρίσκεται στο 90,5% του μέσου όρου της ΕΕ, κατατασσόμενη 10η από το τέλος μεταξύ των χωρών της ΕΕ (13 ποσοστιαίες μονάδες ψηλότερα από τη Βουλγαρία, η οποία βρίσκεται στην προτελευταία θέση). Πρόκειται ασφαλώς για επίδοση χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, δεν αποτελεί όμως μια εικόνα κατάρρευσης ανάλογη με εκείνη που θα υπέθετε κανείς κοιτώντας μόνο το συνολικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους ισοτιμιών αγοραστικής δύναμης.

Το πραγματικό αίτιο της τόσο μεγάλης υστέρησης, επομένως, πρέπει να αναζητηθεί αλλού: στη δημόσια κατανάλωση.

Η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση στην κατά κεφαλήν τελική καταναλωτική δαπάνη της γενικής κυβέρνησης, δηλαδή στη δαπάνη του Δημοσίου για την παροχή αγαθών και υπηρεσιών προς τα νοικοκυριά. Ειδικότερα, καταγράφει τη δεύτερη χαμηλότερη επίδοση στην ατομική κατανάλωση της γενικής κυβέρνησης (στα αγαθά δηλαδή που το δημόσιο παρέχει σε μεμονωμένα πρόσωπα) και την τρίτη χαμηλότερη στη συλλογική κατανάλωση της γενικής κυβέρνησης (στα αγαθά δηλαδή που το δημόσιο παρέχει συλλογικά).

Αυτό το εύρημα είναι κρίσιμο για δύο λόγους. Πρώτον, διότι δείχνει ότι το κύριο πρόβλημα δεν είναι στο ύψος των αμοιβών στην αγορά εργασίας, αλλά συνδέεται σε πολύ μεγάλο βαθμό και με την αδυναμία του δημόσιου σκέλους της οικονομίας να παρέχει αγαθά, υπηρεσίες και συλλογικές υποδομές σε επαρκή κλίμακα. Δεύτερον, ενδεχομένως αποτελεί ένδειξη ενός αποτελέσματος δυσμενούς υποκατάστασης· το επίπεδο της κατά κεφαλήν κατανάλωσης των νοικοκυριών να περιλαμβάνει, δηλαδή, αγαθά και υπηρεσίες που σε άλλες συνθήκες θα παρείχε το δημόσιο, μειώνοντας έτσι το διαθέσιμο εισόδημα για αγαθά που αγοράζονται αμιγώς ιδιωτικά.

Η εικόνα αυτή δεν είναι ιστορικά ανεξήγητη. Είναι σε μεγάλο βαθμό απότοκο της δεκαετούς κρίσης, της δημοσιονομικής συμπίεσης και της δημόσιας υποεπένδυσης που τη συνόδευσε, η οποία προφανώς λόγω και των δημοσιονομικών περιορισμών που ισχύουν στη μεταμνημονιακή εποχή δεν μπορεί παρά να αποκατασταθεί όχι άμεσα αλλά σε βάθος χρόνου. Επιβεβαιωτικά προς αυτό το συμπέρασμα λειτουργούν οι αναφορές σε πρόσφατες εκθέσεις του ΟΟΣΑ για την Ελλάδα: Καθώς η αύξηση του (ονομαστικού) ΑΕΠ και η βελτίωση της εισπραξιμότητας των φόρων θα επιτρέψουν την ευκολότερη διατήρηση των πρωτογενών πλεονασμάτων, κρίσιμο ζητούμενο για την Ελλάδα είναι να διασφαλιστεί όχι μόνο η αποτελεσματικότερη δημόσια δαπάνη αλλά και η σταδιακή μετατόπισή της προς την εκπαίδευση και την υγεία, μαζί με μια ευρύτερη ενίσχυση των παραγωγικών επενδύσεων (ΟΕCD Economic Outlook, December 2024), αναδεικνύοντας έτσι πως ο δημόσιος τομέας βρίσκεται ακόμα σε μία διαδικασία προσαρμογής μετά την οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας. 

Τα παραπάνω, βεβαίως, δεν σημαίνουν ότι το επίπεδο των μισθών κρίνεται ικανοποιητικό. Σημαίνουν, όμως, ότι δεν αρκεί ως ερμηνεία της συγκυρίας. Όποιος παρουσιάζει τη χαμηλή θέση της Ελλάδας στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε ισοτιμίες αγοραστικής δύναμης ως ευθύ και αποκλειστικό αποτέλεσμα των χαμηλών μισθών, διαβάζει τα δεδομένα επιφανειακά, με αποτέλεσμα στον βωμό της καταγγελτικής αλλά εντέλει υπεραπλουστευτικής κριτικής, να μη συμβάλλει στην αναζήτηση εκείνων των λύσεων που πραγματικά θα ενισχύσουν την οικονομική ανάπτυξη και το βιοτικό επίπεδο της χώρας.

Και αυτό είναι τελικά το βασικό δίδαγμα. Τα στατιστικά στοιχεία δεν πρέπει να διαβάζονται επιλεκτικά ούτε να μετατρέπονται σε εύκολα συμπεράσματα. Χρειάζονται προσοχή, εμβάθυνση στα επιμέρους και κυρίως κριτική προσέγγιση, η οποία να επεκτείνεται πέρα από την πρώτη εντύπωση.

*Οι απόψεις που εκφέρονται στο παρόν άρθρο είναι αυστηρά προσωπικές. Ο αρθρογράφος είναι υπεύθυνος για τυχόν λάθη και παραλείψεις.


* O Ιωάννης Κρόμπας είναι Οικονομολόγος, Υπ. Διδάκτορας Παντείου Πανεπιστημίου