Ένας στους τρεις Ευρωπαίους με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο θεωρείται υποκειμενικά φτωχός, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat που δόθηκαν στη δημοσιότητα τη Δευτέρα (20/10).
Τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Αρχής αναφέρουν ότι το αντίστοιχο ποσοστό για τους Έλληνες είναι τέσσερις στους πέντε.
Το 2022, το 29,5% του πληθυσμού της ΕΕ με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο (με απολυτήριο Γυμνασίου και όχι Λυκείου), θεωρείται υποκειμενικά φτωχό. Το ποσοστό αυτό είναι πάνω από τρεις φορές χαμηλότερο (9,2%) για τα άτομα με υψηλή εκπαίδευση (τριτοβάθμια εκπαίδευση), ενώ για τα άτομα με μέσο μορφωτικό επίπεδο (απολυτήριο Λυκείου χωρίς τριτοβάθμια εκπαίδευση) ήταν 18%.
Μεταξύ των χωρών της ΕΕ, η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό ατόμων με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο (81,6%) που θεωρούνταν φτωχά. Ακολουθούν η Βουλγαρία (67,9%) και η Σλοβακία (53,3%). Τα χαμηλότερα νούμερα καταγράφονται στη Φινλανδία (7,3%), στο Λουξεμβούργο (10,0%) και στη Σουηδία (11,3%).
Επίσης, στην Ελλάδα καταγράφονται τα υψηλότερα ποσοστά στην ΕΕ, ατόμων με μεσαίο και υψηλό μορφωτικό επίπεδο που θεωρούνται υποκειμενικά φτωχά, με ποσοστά 70% και 49% αντιστοίχως.
Eurostat: Σημαντικές διαφορές μεταξύ των ομάδων πληθυσμού με υψηλή και χαμηλή εκπαίδευση
Σημειώνεται ότι «υποκειμενική φτώχεια» είναι η αντίληψη του ατόμου για την οικονομική και υλική του κατάσταση. Είναι μια αντίληψη που βασίζεται σε αποτελέσματα από τις στατιστικές της ΕΕ για το εισόδημα και τις συνθήκες διαβίωσης (EU-SILC) και σε συλλογή δεδομένων από όλα τα μέλη της ΕΕ, καθώς και από τις περισσότερες χώρες της ΕΖΕΣ (Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελευθέρων Συναλλαγών) και τις υποψήφιες χώρες.
Ο δείκτης αυτός αξιολογεί την αντίληψη των ερωτηθέντων για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το νοικοκυριό του να ανταπεξέλθει στις οικονομικές υποχρεώσεις. Η αξιολόγηση λαμβάνει υπόψη την κατάσταση της υλικής ευημερίας των νοικοκυριών, συμπεριλαμβανομένων των εσόδων, των δαπανών, του χρέους και του πλούτου.
