Ελληνική βάρκα στις φουρτούνες των αγορών

Ελληνική βάρκα στις φουρτούνες των αγορών

Του Γιώργου Φιντικάκη

Καθώς το ελληνικό πλεούμενο προετοιμάζεται για την έξοδο από το 3ο μνημόνιο, πέφτει πάνω στην αλλαγή του οικονομικού κύκλου, τη σταδιακή αύξηση των επιτοκίων, και το κλείσιμο της στρόφιγγας, η οποία πυροδοτεί χρηματιστηριακές φουρτούνες. Το «τέλος εποχής» όμως για το φθηνό χρήμα έρχεται σε μια στιγμή που η Ελλάδα το χρειάζεται περισσότερο από ποτέ.

Και το ερώτημα είναι τι σημαίνει αυτή η μετάβαση για την οικονομία, τι θα συμβεί αν η φούσκα που δημιούργησαν οι κεντρικές τράπεζες τροφοδοτώντας τα τελευταία χρόνια με άφθονο «δωρεάν» χρήμα την παγκόσμια αγορά για να αντιμετωπίσουν τη κρίση του 2008, δεν ξεφουσκώσει ομαλά.

Στη περίπτωση της Ελλάδας ίσως αρκούν έστω και μερικά μποφόρ. Δεν χρειάζονται και πολλά για να μας βγάλουν εκτός ρότας, παρά μια παρατεταμένη φουσκοθαλασσιά στις αγορές σαν αυτήν της περασμένης εβδομάδας είναι ικανή να αυξήσει το κόστος δανεισμού, να φρενάρει την άφιξη νέων επενδύσεων, να τσαλακώσει το αφήγημα της εύθραυστης ανάπτυξης.

Αυτή ακριβώς είναι η ανησυχία. Σε αυτό το δυσκολότερο περιβάλλον, η Ελλάδα θα κληθεί να διαχειριστεί το βάρος των επιλογών της κυβέρνησης Τσίπρα. Και να επιβιώσει μέσα από τυχόν φουρτούνες, δίχως το «σωσίβιο» μιας προληπτικής γραμμής στήριξης που ούτε η κυβέρνηση έχει ζητήσει, ούτε οι δανειστές θέλουν να δώσουν, παρά κτίζοντας ένα μαξιλάρι διαθεσίμων ύψους 19 δισ ευρώ. Ενα αρκετά ακριβό μαξιλάρι, από κονδύλια του ESM, αλλά και των 3 δισ. ευρώ που αντλήθηκαν προ ημερών με επιτόκιο 3,5%, τα οποία όμως κοστίζουν γύρω στα 100 εκατ. ευρώ το χρόνο.

Αν και δεν υπάρχουν ακόμη απτά σημάδια ότι η πτώση στα χρηματιστήρια θα συνεχιστεί, εντούτοις το γεγονός ότι η αλλαγή κλίματος συμπίπτει με την προσπάθεια της ελληνικής οικονομίας να ανακάμψει, προβληματίζει τα επιτελεία των ελληνικών τραπεζών.

Νηνεμία

Οι εγχώριοι πιστωτικοί όμιλοι θέλουν με κάθε τρόπο νηνεμία στις αγορές. Ας μην ξεχνάμε, όπως λένε στελέχη τους, ότι οι ελληνικές τράπεζες κάνουν τα πρώτα τους βήματα για να βγουν από την πολυετή κρίση και να μειώσουν τα «κόκκινα» δάνεια, την ώρα που τα stress tests ξεκινούν άμεσα. Από τις πωλήσεις δανείων σε ξένα funds, μέχρι την έκδοση καλυμμένων ομολόγων και την πλήρη απεξάρτησή τους από τον ακριβό ELA, τα οφέλη συνανρτώνται άμεσα με το ήπιο κλίμα στις αγορές.

Ακόμη και στο σενάριο, όπως λένε οι συνομιλητές μας, που οι τράπεζες αναγκαστούν να ενισχύσουν την κεφαλαιακή τους βάση, είτε ως αποτέλεσμα των stress tests, είτε στην εξέλιξη της διαδικασίας μείωσης των «κόκκινων» δανείων, η γενικότερη διάθεση για ρίσκο στις παγκόσμιες αγορές θα παίξει σημαντικό ρόλο.

Αυτός ακριβώς είναι ο φόβος τους. Οτι σε περίπτωση μετάβασης όπως διαφαίνεται, σε ένα καθεστώς υψηλότερων επιτοκίων παγκοσμίως, ουδείς μπορεί να προβλέψει πως θα συμπεριφερθούν οι αγορές. Και πρώτοι απ' όλους σε περιόδους μεταβλητότητας, την πληρώνουν οι «αδύναμοι κρίκοι».

Υπολογίζεται ότι από το ξέσπασμα της κρίσης του 2008 έως σήμερα, οι κεντρικές τράπεζες των ΗΠΑ, της Ευρωπαικής Ενωσης, και της Ιαπωνίας, έχουν διοχετεύσει ρευστότητα ύψους άνω των 8 τρισ. ευρώ παγκοσμίως. Τα χρήματα αυτά ήταν κάτι σαν το «αναβολικό» των διεθνών χρηματιστηρίων. Επιπλέον τα σχεδόν μηδενικά επιτόκια έκαναν σχεδόν τους πάντες, να δανείζονται φθηνά, ακόμη και όσων τα μεγέθη δεν το δικαιολογούσαν.

Τώρα που το "πάρτι" μοιάζει να τελειώνει, είναι πιθανό να εμφανιστούν προβλήματα υπερχρέωσης σε επιχειρήσεις, τράπεζες ακόμη και σε χώρες, οι οποίες θα δυσκολευτούν να ανταποκριθούν στο υψηλότερο κόστος χρήματος.
Η χαμένη ευκαιρία

Σε αυτό το δυσκολότερο περιβάλλον είναι που αρχίζει να «ξετυλίγετα» το ελληνικό comeback. Και η προσέγγιση της Ελλάδας στις διεθνείς κεφαλαιαγορές θα γίνει με δυσκολότερους όρους απ' ότι αν είχαμε καταφέρει να σταθεροποιήσουμε τη θέση μας, δανειζόμενοι κατά την προηγούμενη «χρυσή» τριετία, 2015-2017.

Εξαιτίας της «περήφανης διαπραγμάτευσης» του 2015, και όσων επακολούθησαν, η ευκαιρία εκείνη χάθηκε ανεπιστρεπτί για την Ελλάδα, όταν οι διεθνείς συνθήκες ήταν σχεδόν ιδανικές. Δηλαδή χαμηλά επιτόκια, άφθονη ρευστότητα διεθνώς, χαμηλή ισοτιμία του ευρώ, χαμηλή τιμή του πετρελαίου και θετικοί ρυθμοί ανάπτυξης σε όλες σχεδόν τις περιοχές του πλανήτη.

Ομως η αλλαγή σκηνικού έχει ήδη συμβεί. Καθώς οι κεντρικές τράπεζες ετοιμάζονται να αυξήσουν το κόστος χρήματος, η νευρικότητα στις αγορές δείχνει και τα νέα ρίσκα που προβάλλουν για χώρες σαν την Ελλάδα.

Τραπεζικοί και επιχειρηματικοί κύκλοι έχουν έναν επιπλέον λόγο απ'' ότι συνάδελφοί τους σε άλλες χώρες, να ανησυχούν μη τυχόν αυτό το τέλος εποχής συνοδευτεί από επώδυνες για εμάς εκπλήξεις: Τις παλιές και νέες παθογένειες της οικονομίας που προστέθηκαν στα χρόνια των μνημονίων.

Και οι παθογένειες

Και αυτό καθώς η ελληνική οικονομία συνεχίζει να μην είναι ανάμεσα στις πρώτες προτιμήσεις των ξένων επενδυτών, παρ'' ότι έχει δύο χαρακτηριστικά που, κανονικά, θα έπρεπε να τους προσελκύουν: Χαμηλές αποτιμήσεις περιουσιακών στοιχείων και μεγάλο αριθμό ανέργων, σχετικά υψηλής εξειδίκευσης και μάλλον χαμηλού κόστους.

Σειρά παραγόντων, κάποιοι παλαιοί όπως η γραφειοκρατία και η αργή απονομή δικαιοσύνης, και κάποιο νέοι, όπως το εχθρικό προς το επιχειρείν κλίμα που καλλιεργήθηκε για μεγάλο διάστημα από την παρούσα κυβέρνηση, αλλά και η αύξηση των φορολογικών συντελεστών σε υψηλά επίπεδα, φαίνεται να εμποδίζουν την προσέλκυση αυτών των κεφαλαίων.

Τυχόν αλλαγή του κλίματος διεθνώς λόγω αύξησης των επιτοκίων, ακριβότερου δανεισμού, και απωλειών στις χρηματαγορές, μπορεί να φρενάρουν την τόσο απαραίτητη ροή προς την Ελλάδα ξένων κεφαλαίων, τα οποία σε περιόδους νευρικότητας προτιμούν τα ασφαλέστερα καταφύγια. Σε αυτή την αλλαγή σκηνικού η πορεία προς τον Αύγουστο, κυρίως όμως μετά από αυτόν, μόνο περίπατος δεν θα είναι.