Ελληνικές τράπεζες: Υποσχέθηκαν, υπεραπόδωσαν, δικαιούνται προσοχής

Ελληνικές τράπεζες: Υποσχέθηκαν, υπεραπόδωσαν, δικαιούνται προσοχής

Η καλύτερη στρατηγική ως εισηγμένη στο Χρηματιστήριο για να διεγείρεις τα αντανακλαστικά της αγοράς είναι να υποσχεθείς ένα ψηλότερο στόχο και να φέρεις καλύτερα αποτελέσματα. Στην περίπτωση των ελληνικών τραπεζών η περυσινή υπόσχεση για μια σειρά κομβικής σημασίας εξελίξεις που αφορούσε κυρίως την ποιότητα των δανειακών χαρτοφυλακίων έγινε κατά την διάρκεια περιορισμών στην οικονομική δραστηριότητα που αφορούσαν την πανδημία. Οι στόχοι υπό τις τότε συνθήκες δεν φαίνονταν απλά απαιτητικοί αλλά ακατόρθωτοι. Έκτοτε μεσολάβησαν δύο αυξήσεις κεφαλαίου, τρεις δόσεις εμβολίων, μια καλή χρονιά σε αποδόσεις κρατικών ομολόγων και μια άκρως πετυχημένη τουριστική σεζόν που ισοφάρισε την «χαμένη χρονιά» του 2020.

Όλα αυτά δεν πέρασαν απαρατήρητα από τους τραπεζικούς ισολογισμούς. Οι κλάδος πάτησε γκάζι μειώνοντας τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια υπεραποδίδοντας στους στόχους μείωσης αλλά και στην οργανική κερδοφορία. Στο α’ τρίμηνο του 2020, όταν ξεκίνησε η πανδημία, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες είχαν δείκτη ΜΕΔ στο 39,3% ενώ στο τέλος του 2021 η σχέση έπεσε στο 10,0%. Σε απόλυτα νούμερα η μείωση αυτή μεταφράζεται σε 65 δις ευρώ εκ των οποίων τα 35,5 δις έγιναν μέσα στην περυσινή χρονιά. Η κάλυψη των δανείων αυτών από προβλέψεις –που είναι ένα βασικό δεύτερο ζητούμενο- όχι μόνο δεν έπεσε αλλά αυξήθηκε από 48,3% στο τέλος του 2020 σε 52,11% στο τέλος του 2021.

Το εγχώριο χαρτοφυλάκιο δανείων (αξία 134 δις ευρώ) έχει πλέον σε επίπεδο NPEs πέσει στο 10,6% ή 14,3 δις ευρώ, με την Εθνική Τράπεζα και την Eurobank να οδηγούν τον κλάδο με μονοψήφιους δείκτες. Η κάλυψη από προβλέψεις βρίσκεται στο 51,5% ενώ αν υπολογιστούν τα καλύμματα των δανείων η κάλυψη προσεγγίζει το 112%. Μάλιστα οι τρεις από τις τέσσερις τράπεζες έχουν δείκτη κάλυψης για τα NPLs (τις καθυστερήσεις των 90 ημερών) άνω του 99%, με την Eurobank να έχει παύσει την δημοσίευση του σχετικού δείκτη.

Η εικόνα των NPEs στα εγχώρια χαρτοφυλάκια δανείων

Το αποτέλεσμα αυτό δεν ήρθε χωρίς κόστος. Η ανάλωση στα κεφάλαια των τραπεζών επιταχύνθηκε, προ προβλέψεων κερδοφορία, CoCos και ΑΜΚ θυσιάστηκαν στο βωμό της εξυγίανσης. Οι συνολικές πιστωτικές προβλέψεις που πήραν το 2021 οι τέσσερις τράπεζες ανήλθαν σε 6,4 δις ευρώ. Τις μεγαλύτερες επιβαρύνσεις έχουν υποστεί η Alpha Bank και η Τράπεζα Πειραιώς επιβαρύνοντας «εμπροσθοβαρώς» τους ισολογισμούς τους με το κόστος των τιτλοποιήσεων. Η μείωση των εσόδων από τόκους (-3,8% στην χρονιά) ήταν επίσης μια επίπτωση από την «απενοποίηση» των μη εξυπηρετούμενων δανείων, η οποία μερικώς αναπληρώθηκε από την παραγωγή νέων δανείων και την αύξηση των εσόδων από τις προμήθειες οι οποίες εμφάνισαν αύξηση 19%.

Τέλος η βελτίωση που παρατηρήθηκε στο σύνολο του οργανικού κόστους ήταν και για τις τέσσερις τράπεζες κοντά στα 100 εκατ. ευρώ στο οποίο όμως περιλαμβάνονται και τα μη επαναλαμβανόμενα κόστη για τις εθελούσιες που έλαβαν χώρα το 2020 και το 2021. Στο τέταρτο τρίμηνο πάντως του 2021 ο λόγος εσόδων προς κόστος λειτουργίας ήταν στα επίπεδα του 48%, πολύ κοντά στον αρχικό στόχο του 45%.

Πώς έκλεισε η χρονιά για την κερδοφορία των τραπεζών

Όλα δείχνουν ότι στο τέλος της φετινής χρονιάς οι Τράπεζες θα έχουν φθάσει στην Ιθάκη της εξυγίανσης τους, θα έχουν δηλαδή μπει σε μια πορεία που θα μπορούν επικεντρωθούν στο παραδοσιακό τους αντικείμενο που είναι η χορήγηση δανείων. Η ενίσχυση των τραπεζικών εσόδων και η ορατότητα στην κερδοφορίας είναι τα επόμενα ζητούμενα τα οποία θέτουν τις βάσεις για να δώσουν οι ελληνικές εμπορικές τράπεζες μέρισμα για πρώτη φορά μετά την χρήση του 2007.

Η έναρξη της διανομής των μερισμάτων εκτός από μια ισχυρή ένδειξη υγείας θα αλλάξει μεταξύ άλλων και την προσέγγιση της αξίας τους: Η κλασσική μέθοδος αποτίμησης θα γίνεται με την προεξόφληση των μερισμάτων τους, που έχει πολύ πιο στιβαρή βάση και όχι με την προσέγγιση της ενσώματης καθαρής θέσης. Για το μέρισμα, την κερδοφορία και τις επιμέρους κινήσεις που απομένουν στις πωλήσεις των NPEs θα αναφερθούμε στο αυριανό μας άρθρο.