Δάνεια νόμου Κατσέλη: Η απόφαση του Αρείου Πάγου «ξαναγράφει» τους τόκους και ανοίγει μέτωπο για τον «Ηρακλή»
Shutterstock
Shutterstock

Δάνεια νόμου Κατσέλη: Η απόφαση του Αρείου Πάγου «ξαναγράφει» τους τόκους και ανοίγει μέτωπο για τον «Ηρακλή»

Δύο παράλληλες εστίες ανησυχίας ενεργοποιεί για το οικονομικό επιτελείο η πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, που αφορά τα δάνεια τα οποία έχουν υπαχθεί στον νόμο Κατσέλη. Η νέα ερμηνεία επηρεάζει άμεσα τις οικονομικές παραδοχές σε χαρτοφυλάκια τραπεζών, servicers και funds, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί δυνητικό δημοσιονομικό ρίσκο για το Δημόσιο, μέσω των κρατικών εγγυήσεων που έχουν δοθεί στο πλαίσιο του προγράμματος «Ηρακλής».

Το θέμα εξετάστηκε ήδη σε έκτακτη σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε υπό τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκο Πιερρακάκη, με τη συμμετοχή του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα, του υφυπουργού Οικονομικών Θάνου Πετραλιά, της γενικής γραμματέως Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους Θεώνης Αλαμπάση και του γενικού διευθυντή του ΟΔΔΗΧ Δημήτρη Τσάκωνα.

Σύμφωνα με αρμόδιες πηγές, το οικονομικό επιτελείο παρακολουθεί στενά το εύρος των επιπτώσεων, καθώς η απόφαση κλείνει μια πολυετή νομική εκκρεμότητα, αλλά αναδιατάσσει τις προβλέψεις που είχαν ενσωματωθεί σε επιχειρησιακά πλάνα και τιτλοποιήσεις.

Πώς «διαβάζει» ο Άρειος Πάγος τον εκτοκισμό

Στην ουσία, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο εκτοκισμός των δανείων που έχουν ρυθμιστεί δικαστικά μέσω του νόμου Κατσέλη δεν πρέπει να γίνεται επί του συνολικού ανεξόφλητου κεφαλαίου, αλλά πάνω στη μηνιαία δόση που προβλέπει η δικαστική απόφαση.

Με αυτόν τον τρόπο, μειώνεται σημαντικά το συνολικό κόστος αποπληρωμής και περιορίζεται δραστικά το ύψος των τόκων που ενσωματώνονται στη ρύθμιση.

Το όφελος για 300.000–350.000 δανειολήπτες

Η αλλαγή αυτή μεταφράζεται σε άμεση ελάφρυνση για περίπου 300.000 έως 350.000 δανειολήπτες που βρίσκονται σε καθεστώς δικαστικής ρύθμισης.

Η απόφαση θεωρείται ότι ενισχύει τη βιωσιμότητα των ρυθμίσεων, μειώνοντας τις πιθανότητες νέων αθετήσεων στο μέλλον και διευκολύνοντας την ολοκλήρωση χιλιάδων υποθέσεων που εκκρεμούν εδώ και χρόνια.

Η επίπτωση στα χαρτοφυλάκια και οι απώλειες για funds

Παράλληλα, όμως, η απόφαση «κόβει» έσοδα που είχαν προϋπολογιστεί στα business plans χαρτοφυλακίων, καθώς μειώνει τις αναμενόμενες εισπράξεις από τόκους.

Σύμφωνα με αρχικές εκτιμήσεις της αγοράς, η μεταβολή στον τρόπο υπολογισμού οδηγεί σε συνολική απώλεια εσόδων που προσεγγίζει τα 1,3 δισ. ευρώ για funds με σημαντική έκθεση σε δάνεια νόμου Κατσέλη.

Η επίπτωση είναι κυρίως χρηματοοικονομική: οι προβλεπόμενες ροές μειώνονται, κάτι που επηρεάζει αποτιμήσεις και αναθεωρεί την εικόνα των χαρτοφυλακίων.

Η απόκλιση μεταξύ των δύο τρόπων εκτοκισμού γίνεται σαφής μέσα από ένα τυπικό παράδειγμα. Για δάνειο 100.000 ευρώ, με επιτόκιο 3% και διάρκεια αποπληρωμής 20 ετών, ο εκτοκισμός επί του συνολικού κεφαλαίου ανεβάζει τη συνολική οφειλή περίπου στα 135.000 ευρώ, με μηνιαία δόση κοντά στα 560 ευρώ.

Με τη νέα ερμηνεία, ο εκτοκισμός γίνεται πάνω στη μηνιαία δόση: η δόση πέφτει περίπου στα 416 ευρώ, οι τόκοι ανά δόση διαμορφώνονται σε περίπου 12,5 ευρώ και το συνολικό ποσό τόκων σε όλη την εικοσαετία δεν ξεπερνά τις 3.000 ευρώ.

Η συγκεκριμένη διαφορά εξηγεί γιατί η απόφαση προκαλεί ανατροπές στα οικονομικά δεδομένα των σχετικών χαρτοφυλακίων.

Το δεύτερο και πιο ευαίσθητο μέτωπο αφορά το Δημόσιο. Η μείωση των ανακτήσεων στα τιτλοποιημένα δάνεια ενισχύει το ενδεχόμενο να προκύψουν αποκλίσεις στις προβλεπόμενες ροές των τιτλοποιήσεων. Αυτό, με τη σειρά του, αυξάνει την πιθανότητα ενεργοποίησης κρατικών εγγυήσεων που έχουν δοθεί στα senior ομόλογα, στο πλαίσιο του προγράμματος «Ηρακλής».

Σύμφωνα με οικονομοτεχνική μελέτη της KPMG, η δυνητική επιβάρυνση για το Δημόσιο θα μπορούσε να ξεπεράσει το 1 δισ. ευρώ, εφόσον οι χαμηλότερες εισπράξεις οδηγήσουν σε κατάπτωση εγγυήσεων.

Το ζήτημα φυσικά αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα και λόγω των προβλεπόμενων δημοσιονομικών μεγεθών της επόμενης χρονιάς.

Για το 2026, το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης προβλέπεται να διαμορφωθεί στα 359,3 δισ. ευρώ ή στο 138,2% του ΑΕΠ. Σε αυτό το περιβάλλον, ακόμη και μια επιβάρυνση περιορισμένου μεγέθους θεωρείται κρίσιμη, καθώς επηρεάζει τις μεσοπρόθεσμες προβλέψεις και την προσπάθεια διατήρησης της αξιοπιστίας της χώρας στις αγορές, σε μια περίοδο που η διεθνής αβεβαιότητα παραμένει αυξημένη.