Ατμομηχανή της ανάπτυξης και πάλι τα ακίνητα

Ατμομηχανή της ανάπτυξης και πάλι τα ακίνητα

Του Προκόπη Χατζηνικολάου

Η κτηματαγορά είναι ο μεγάλος κερδισμένος για το 2020 καθώς οι μειώσεις φόρων αλλά και η αναστολή ΦΠΑ για τρία χρόνια αναμένεται να οδηγήσουν στην πώληση 100.000 αδιάθετων ακινήτων αλλά και στη δημιουργία καινούργιων. Ήδη τα πρώτα σημάδια φάνηκαν το 2019 όπου από τις μεταβιβάσεις ακινήτων εισήλθαν στον κρατικό κορβανά περί τα 400 εκατ. ευρώ, ποσό το οποίο αναμένεται να διπλασιαστεί κατά το τρέχον έτος.

Η ατμομηχανή της ελληνικής οικονομίας θα είναι και πάλι τα ακίνητα. Αρκεί να αποφύγουμε τις φούσκες. Kυβερνητικές πηγές επισημαίνουν ότι τα ακίνητα και η οικοδομή είχαν «παγώσει» για περισσότερο από μια δεκαετία και υπάρχει πραγματική ανάγκη στην οικονομία για επενδύσεις σε ακίνητα και διαμερίσματα. Επιπλέον, σημειώνουν ότι σε μια χώρα με τόσο υψηλά ποσοστά ιδιοκτησίας ακινήτων, όπως η Ελλάδα, δεν μπορεί να νοείται οικονομική ανάκαμψη χωρίς ισχυροποίηση της αγοράς ακινήτων. Τα στοιχεία δείχνουν ότι ήδη σημειώνεται σημαντική αναθέρμανση της οικοδομικής δραστηριότητας, με σημαντική άνοδο από χαμηλό σημείο εκκίνησης.

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), τον περασμένο Αύγουστο εκδόθηκαν 1.300 οικοδομικές άδειες, που αντιστοιχούν σε 325,2 χιλιάδες τ.μ. επιφάνειας και 1.530,9 χιλιάδες κυβικά μέτρα όγκου, σημειώνοντας αύξηση κατά 27% στον αριθμό των αδειών, κατά 29,6% στην επιφάνεια και κατά 33,9% στον όγκο, σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2018. Αντίστοιχα, κατά το ίδιο διάστημα, η ιδιωτική οικοδομική δραστηριότητα σημείωσε αύξηση κατά 28,3% στον αριθμό των οικοδομικών αδειών, κατά 35,3% στην επιφάνεια και κατά 37,8% στον όγκο.

Την ίδια ώρα, σαφώς βελτιωμένη είναι και η εικόνα των τιμών των ακινήτων. Σύμφωνα με τραπεζικές πηγές, από τα χαμηλά επίπεδα του 2017 οι τιμές των επαγγελματικών ακινήτων σημειώνουν άνοδο της τάξης του 14% ενώ οι τιμές των διαμερισμάτων ενισχύονται κατά 11%. Μάλιστα τα τελευταία στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος έδειξαν μια επιτάχυνση της ανόδου των τιμών των ακινήτων κατά το τρίτο τρίμηνο.

Και σε όλα αυτά πρέπει να συνυπολογοστεί και η νέα μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 8% μεσοσταθμικά και στο σύνολο της διετίας κατά 30%.  Ωστόσο, η μείωση του 2020 δεν θα είναι οριζόντια καθώς το νέος έτος θα αναπροσαρμοσθούν οι αντικειμενικές αξίες εξέλιξη που θα μεταβάλλει σημαντικά τις τιμές των ακινήτων αλλά και τον ΕΝΦΙΑ. Προκειμένου να μην χαθούν οι μειώσεις θα γίνουν παρεμβάσεις στην κλίμακα υπολογισμού του ΕΝΦΙΑ έτσι ώστε όλοι να βγουν κερδισμένοι. Σε κάθε περίπτωση κανένας δεν θα χάσει τη μείωση του 22% μεσοσταθμικά που έγινε φέτος, ενώ σε αυτή που θα γίνει το επόμενο έτος κάποιος θα έχει μείωση 10% άλλος 8% και άλλος ακόμα μικρότερη  της τάξεως του 5%.

Η κυβέρνηση προχωρά λοιπόν το 2020 σε νέα μείωση του ΕΝΦΙΑ καθώς η ένταξη στο σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων εντάσσονται 3.000 περιοχές σε σύνολο 7.000 περιοχών που βρίσκονται εκτός συστήματος. Η κίνηση αυτή αναμένεται να αποφέρει περί τα 500 εκατ. ευρώ στον κρατικό κορβανά δίνοντας δημοσιονομικό χώρο για τη μείωση του ΕΝΦΙΑ σε συνδυασμό με την αύξηση της φορολογητέας αξίας των αγροτεμαχίων που σήμερα φορολογούνται με μόλις 1 ευρώ ανά στρέμμα.

Στο στόχαστρο του οικονομικού επιτελείου αναμένεται να βρεθούν περιοχές «φιλέτα», όπως για παράδειγμα η Μύκονος, η Πάρος, η Κέρκυρα και άλλες δημοφιλείς τουριστικά και παραθαλάσσιες περιοχές της χώρας, όπου οι εμπορικές αξίες έχουν απογειωθεί, πλην όμως τα ακίνητα εξακολουθούν να φορολογούνται σαν να πρόκειται για αγροτικές γαίες.

Όπως προαναφέρθηκε στο πρώτο εξάμηνο του έτους θα αναπροσαρμοσθούν και οι αντικειμενικές αξίες  ώστε αυτές να εξισωθούν με τις εμπορικές. Στο πλαίσιο αυτό, ήδη έχουν γίνει οι πρώτες συναντήσεις με ιδιώτες εκτιμητές ακινήτων, οι οποίοι έχουν ενημερώσει τη σχετική επιτροπή του υπ. Οικονομικών για τον τρόπο που θα πρέπει να υλοποιηθεί η σχετική διαδικασία, προκειμένου το τελικό αποτέλεσμα να είναι αρτιότερο, συγκριτικά με την προγενέστερη, του 2018.

Σε κάθε περίπτωση, από τη νέα αναπροσαρμογή προβλέπονται αυξήσεις σε περιοχές του κέντρου της Αθήνας που ευνοήθηκαν από την εκτόξευση των βραχυχρόνιων μισθώσεων τα προηγούμενα χρόνια, όπως επίσης και οι πλέον φθηνές περιοχές του λεκανοπεδίου, όπου οι αντικειμενικές παρέμεναν σε χαμηλό επίπεδο για λόγους κοινωνικούς.