Πώς η ελληνική οικονομία «νίκησε» τους αναλυτές

Πώς η ελληνική οικονομία «νίκησε» τους αναλυτές

Την τάση που διαμορφώνουν τελευταία οι εκτιμήσεις για μικρότερη του αναμενόμενου ύφεση στην Ελλάδα επιβεβαιώνουν οι νέες προβλέψεις του ΟΟΣΑ, που είδαν χθες το φως της δημοσιότητας. Ο κίνδυνος, βέβαια, δεν έχει περάσει αφού στην περίπτωση δεύτερου κύματος η ελληνική οικονομία θεωρείται ξανά από τις πιο ευάλωτες και το πλήγμα θα είναι μεγάλο. Όμως με τα σημερινά δεδομένα η Ελλάδα έχει κερδίσει μερικά δισεκατομμύρια σε ΑΕΠ και έχει ενισχύσει την αξιοπιστία της καθώς κατάφερε να πάει κόντρα στις εκτιμήσεις.

Όταν ξέσπασε η κρίση και ο πλανήτης κατάλαβε ότι η εξάπλωση του κορονοϊού θα προκαλέσει αλλαγές τις επιπτώσεις των οποίων θα αντιμετωπίζουμε για πολλά χρόνια, η Ελλάδα ήταν σταθερά στις χώρες που θεωρούνταν οι πιο ευάλωτες. Η υπερβολικά μεγάλη εξάρτηση του ελληνικού ΑΕΠ από τον τουρισμό και το δεύτερο υψηλότερο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ στον κόσμο συνθέτουν ένα εκρηκτικό κοκτέιλ που σε περιβάλλον τρομακτικής ύφεσης είναι εύλογο να προκαλεί ανησυχία.

Αρχικά, είδαμε προβλέψεις που τοποθετούσαν την ύφεση του 2020 για την ελληνική οικονομία έως και άνω του 15%, με την Citi στις αρχές Μαρτίου να τοποθετεί την Ελλάδα, μαζί με την Πορτογαλία και την Ισλανδία, στις ευρωπαϊκές χώρες που θα πληγούν περισσότερο. Στην πρώτη του επίσημη αξιολόγηση της κατάστασης, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προχώρησε στα μέσα Απριλίου σε εκτίμηση για ύφεση 10%. Στις αρχές Μαΐου, η Κομισιόν προέβλεπε ότι η Ελλάδα θα εμφανίσει τη χειρότερη επίδοση στην Ε.Ε., τοποθετώντας την ύφεση στο 9,7%.

Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι πριν από σχεδόν δυόμιση μήνες ο ΟΟΣΑ έλεγε ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να χάσει κάτι λιγότερο από το 35% του ΑΕΠ της αν δεν λαμβάνονταν καθόλου μέτρα για τη στήριξη της οικονομίας μετά τα lockdown. Σύμφωνα, μάλιστα, με τον ίδιο οργανισμό η Ελλάδα διαθέτει την 6η πιο εξαρτημένη από τον τουρισμό οικονομία.

Χθες, ο ΟΟΣΑ… έβαλε τα πράγματα στη θέση τους, βλέποντας ύφεση 8% το 2020 και ανάπτυξη 4,5% το 2021. Η Ελλάδα πλέον δεν έχει τη χειρότερη επίδοση κάτι που επιβεβαιώθηκε και από τα στοιχεία α’ τριμήνου που έδειξαν ύφεση 0,9%, την ώρα που χώρες όπως η Ιταλία και η Γαλλία απογοήτευσαν με ύφεση άνω του 4,5%.

Χωρίς καμία εξαίρεση, όλοι οι αναλυτές υπογραμμίζουν το γεγονός ότι η Ελλάδα κατάφερε να περιορίσει τα κρούσματα του κορονοϊού εμφανίζοντας από τα χαμηλότερα νούμερα ανά εκατομμύριο πληθυσμού κι έτσι άνοιξε το δρόμο για την ανάκαμψη της οικονομίας, σε μία περίοδο που ο τουρισμός έχει τη δυναμική να φέρει κάποια από τα μέχρι πρότινος θεωρούμενα ως χαμένα έσοδα. Η επιτυχία σε αυτό το μέτωπο σε συνδυασμό με τα μέτρα στήριξης βελτιώνουν σημαντικά την εικόνα. Τίποτα όμως δεν έχει τελειώσει. Το πόσο βαθιά θα είναι η ύφεση θα εξαρτηθεί σαφέστατα από το πώς θα εξελιχθούν τα κρούσματα στην Ελλάδα και πως θα λειτουργήσει ο τουριστικός κλάδος.

Επίσης, το κακό της υπόθεσης είναι ότι η ανάπτυξη του 4,5% που βλέπει ο ΟΟΣΑ για το 2021 δεν εντυπωσιάζει. Μετά από δεκαετή κρίση η Ελλάδα χρειαζόταν ακόμη και πριν την κρίση του κορονοϊού τόσο υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, ενώ η εκτίμηση του ΟΟΣΑ είναι ότι το 2021 απλώς θα καλύψουμε μέρος από – και όχι όλο – το χαμένο έδαφος του 2020, που συνεπάγεται ότι το 2022 θα ξεκινήσει από χαμηλότερη αφετηρία σε σύγκριση με τις αρχές του 2020.

Αν, τέλος, υπάρξει δεύτερο κύμα εξάπλωσης του ιού στη χώρα, οι απώλειες θα είναι μεγάλες και σε όρους ΑΕΠ θα ξεπεράσουν τα 3,4 δισ. ευρώ σε σύγκριση με το πρώτο σενάριο. Αυτό δυστυχώς θα έχει ως συνέπεια να αυξηθούν τα επιχειρηματικά λουκέτα και τα κόκκινα δάνεια, τονίζει ο ΟΟΣΑ, καθυστερώντας έτσι την ανάκαμψη. Πολύ αρνητικός θα είναι και ο αντίκτυπος στο δημόσιο χρέος. Ενώ στο πρώτο σενάριο η Ελλάδα θα εμφανίσει μικρότερη ποσοστιαία αύξηση από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, στο σενάριο με δεύτερο κύμα θα υποστεί τη μεγαλύτερη επιβάρυνση, μαζί με την Ιταλία και την Ισπανία.