8ος χρόνος, ημέρα 2275η
Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2022

Η κλιματική αλλαγή επηρέασε τον μυκηναϊκό οικισμό του Γλα Βοιωτίας

Η κλιματική αλλαγή επηρέασε τον μυκηναϊκό οικισμό του Γλα Βοιωτίας

Επτά φορές πιο μεγάλη από τις Μυκήνες, την κορυφαία αρχαιολογική θέση που στις μέρες μας έδωσε το όνομά της σε έναν ολόκληρο πολιτισμό, και δέκα από την Τίρυνθα, η μυκηναϊκή εγκατάσταση στον Γλα, αποτελεί έναν σπουδαίο τόπο. Αυτή η απόκρημνη νησίδα στο μέσον του απώτατου βορειοανατολικού μυχού της Κωπαΐδας, κατοικήθηκε κατά το 13ο αιώνα π.Χ, λίγο πριν από τα έργα αποστράγγισης της λίμνης, τα οποία συνιστούν ένα από τα πιο εντυπωσιακά και μεγαλόπνοα τεχνικά έργα της ελληνικής προϊστορίας.

Στο 114ο χιλιόμετρο η νέα εθνική οδός (Ε75) Αθηνών-Λαμίας περνάει έξω από το χωριό του Κάστρου Βοιωτίας. Στρίβοντας στον κόμβο του Κάστρου δεξιά και ακολουθώντας τον επαρχιακό δρόμο προς το Κόκκινο, στον βορειοανατολικό μυχό της πεδιάδας και άλλοτε λίμνης της Κωπαΐδας, ο επισκέπτης θα συναντήσει τον Γλα.

Η συστηματική ανασκαφή του από την εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία, με επικεφαλής τη δρα Ελενα Κουντούρη έχει στεφθεί ήδη με πολλά ευρήματα, ενώ πρόκειται να συνεχιστεί για ακόμα περισσότερα, που θα συμβάλουν στη σωστή ερμηνεία. Για έναν τόσο σημαντικό και μεγάλο αρχαιολογικό χώρο, δεν θα μπορούσε παρά να καταρτιστεί σχέδιο- πλαίσιο για την προστασία και διαχείρισή του.

Το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο γνωμοδότησε θετικά για την έγκριση του σχεδίου, με στόχο να αναδειχθεί η τοπογραφία του αρχαιολογικού χώρου και να συσχετιστεί ο Γλας με τον Ορχομενό, τις μυκηναϊκές Ακροπόλεις της Αγίας Μαρίνας και του Αγίου Ιωάννη, και με τα εκτενή μυκηναϊκά αποστραγγιστικά έργα στη βόρεια Κωπαΐδα.

Σκοπός του έργου είναι η εμπεριστατωμένη μελέτη του μνημείου και της εποχής του, η μέγιστη δυνατή τεκμηρίωση των αρχαιολογικών και κατασκευαστικών χαρακτηριστικών του ως υπόβαθρο για τις εργασίες αποκατάστασης, αλλά και η μέγιστη δυνατή προβολή του μνημείου. Το έργο προβλέπει, μεταξύ άλλων, την αξιοποίηση του υφιστάμενου οδικού δικτύου και την πρόταση βελτίωσής του, τον επαναπροσδιορισμό της θέσης του αρχαιολογικού χώρου σε σχέση με τον άξονα της εθνικής οδού, την οργάνωση δικτύου μυκηναϊκών Ακροπόλεων (Ορχομενός-Γλας-Αγία Μαρίνα-Άγιος Ιωάννης) και την ένταξη της Ακρόπολης ως κόμβου στα δίκτυα πεζοπορίας. Κεντρική ιδέα είναι η δημιουργία μνημειακών πυρήνων και ‘layers’ που θα απλώνονται με διαδοχικά στάδια σε επίπεδα δράσεων με απώτερο στόχο τη δημιουργία ενός διευρυμένου δικτύου εστιών. Μετά την ανάδειξη των μνημειακών πυρήνων θα δημιουργηθούν διαδρομές εντός και εκτός των τειχών αλλά και προς τις εστίες, ενώ θα αναπτυχθούν υποδομές εξυπηρέτησης και ασφάλειας των επισκεπτών, φωτισμού και σήμανσης.

Σε σχέση με τα μέχρι τώρα γνωστά αρχιτεκτονικά κατάλοιπα, ο Γλας έγινε αντικείμενο μελέτης αρχικά από τον H. Schliemann, το 1881 και το 1883 από τους F. Noack και A. de Ridder. Η έρευνα τους ολοκληρώθηκε το 1884 αποκαλύπτοντας τη μυκηναϊκή Ακρόπολη και τμήμα των εγκαταστάσεων, χωρίς να ξεκαθαριστεί η μορφή και η χρονολόγησή τους. Κατά το διάστημα 1955-1961 ο αρχαιολόγος Ιωάννης Θρεψιάδης, προχώρησε σε περαιτέρω έρευνα στην Ακρόπολη του Γλα, εστιάζοντας αρχικά στις πύλες της κυκλώπειας οχύρωσης και στα κατάλοιπα του Νότιου Περιβόλου. Κατά τα έτη 1978- 1991, τη συνέχεια και την ολοκλήρωση της μελέτης ανέλαβε ο αρχαιολόγος Σπύρος Ιακωβίδης, επικαιροποιώντας την έρευνα των Noack Ridder-Θρεψιάδη. Η έρευνα στον Γλα συνεχίστηκε έως και τα τέλη της δεκαετίας του 1990.

Το 2018, η Δρ. Έλενα Κουντούρη, Διευθύντρια της Διεύθυνσης Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων (ΔΙΠΚΑ) του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού έχει αναλάβει να συνεχίσει την έρευνα και μελέτη του Γλα στο πλαίσιο πενταετούς προγράμματος 2018-2022.

Σύμφωνα με την Ελενα Κουντούρη, «ο Γλας είναι η μεγαλύτερη μυκηναϊκή ακρόπολη - επταπλάσια σε έκταση από τις Μυκήνες - που έχει ερμηνευθεί από τον αείμνηστο Σπυρίδωνα Ιακωβίδη ως οχυρό και οικονομοτεχνικό κέντρο λειτουργίας των αποστραγγιστικών έργων, καθώς και ως σταθμός συγκέντρωσης και επεξεργασίας της αγροτικής παραγωγής της περιοχής. Η κεντροβαρική της θέση, που παρείχε απεριόριστη θέα προς όλες τις κατευθύνσεις, ενίσχυε τη δυνατότητα εποπτείας της πεδιάδας, ιδιαιτέρως του ανατολικού της τμήματος, καθώς και την γρήγορη πρόσβαση στον βόρειο Ευβοϊκό κόλπο, διευκολύνοντας τις θαλάσσιες επικοινωνίες.»

Το πλάτωμα οχυρώθηκε στους μυκηναϊκούς χρόνους με ισχυρό κυκλώπειο τείχος, περικλείοντας έκταση που φτάνει τα 200 στρέμματα. Ο βράχος κατοικήθηκε για πρώτη φορά στη νεολιθική περίοδο, όταν η πεδιάδα ήταν λίμνη και ο ίδιος νησίδα. Οχυρώθηκε και κατοικήθηκε εκ νέου κατά τον 13ο αιώνα π.Χ.

Η ιδιαιτερότητα της θέσης έγκειται, μεταξύ άλλων, στον συσχετισμό της με το τεχνικό επίτευγμα της αποξήρανσης της λίμνης Κωπαΐδας, το οποίο απηχείται σε μύθους και παραδόσεις που επιβίωσαν έως τους ιστορικούς χρόνους ως ένα από τα πιο εντυπωσιακά και μεγαλόπνοα έργα της ελληνικής προϊστορίας. Τέλος, ενισχύει την άποψη της ανασκαφέως ότι γύρω στα 1250 π.Χ. ένα οικοδομικό πρόγραμμα, γιγαντιαίας κλίμακας, έλαβε χώρα στην βόρεια Κωπαΐδα, με πρωτοβουλία του ανακτορικού κέντρου του Ορχομενού.

Το σύνολο των εγκαταστάσεων της ακρόπολης (οχύρωση, περίβολος, μέλαθρο-κατοικίες αξιωματούχων και αποθήκες) κτίστηκαν συγχρόνως. Όπως λέει στο Liberal.gr η δρ Κουντούρη, οι αξιωματούχοι - κάτοικοι του μελάθρου φαίνεται να ήταν επιφορτισμένοι αφενός με την επίβλεψη και συντήρηση των ζωτικών αποστραγγιστικών έργων και αφετέρου με τη συγκέντρωση και φύλαξη της παραγωγής της περιοχής.

Τα παλαιότερα όστρακα της ακρόπολης ανήκουν στους τελευταίους ΥΕ ΙΙΙΒ χρόνους, ενώ το στρώμα της καταστροφής περιέχει δείγματα της προχωρημένης ΥΕ ΙΙΙΒ2 φάσεως. Ο Γλας δηλαδή και οι συναφείς με αυτόν εγκαταστάσεις χτίστηκαν στις αρχές του 13ου αι. π.Χ. και καταστράφηκαν λίγο πριν το 1200 π.Χ., χωρίς να ξαναλειτουργήσουν.» Αυτό, κατά την ίδια, είναι σημαντικό, διότι η μυκηναϊκή ακρόπολη καταχώθηκε όπως την άφησαν οι κάτοικοί της, οι οποίοι πιθανώς την εγκατέλειψαν λόγω της κλιματικής αλλαγής.

Θεωρεί λογική αυτή την ερμηνεία, η οποία συμπίπτει με το τέλος των μυκηναϊκών βασιλείων σε ολόκληρη την Ελλάδα. Αλλωστε, και άλλα ευρήματα στην Ανατολική Μεσόγειο δείχνουν πως υπήρξε μια μεγάλη ξηρασία, διάρκειας δύο ή τριών αιώνων.