Από «παιδί της μαμάς», ο Τι Τζέι Μπρέι έγινε «παίκτης της ξενιτιάς»

Από «παιδί της μαμάς», ο Τι Τζέι Μπρέι έγινε «παίκτης της ξενιτιάς»
EUROKINISSI

Η οικογένεια ήταν ο δικός του κόσμος. Δεν ήταν ακριβώς μικρόκοσμος. Λάτρευε τη «βαβούρα» σε κάθε συνάντηση της φαμίλιας. Ανυπομονούσε για την επίσκεψη των συγγενών, ώστε να γεμίσει η πίσω αυλή του σπιτιού του, στην οποία έστεκε περήφανα η μπασκέτα που είχε τοποθετήσει ο πατέρας του. Το πρώτο σουτ σε αυτή θα του άλλαζε τη ζωή, αν και ο γεννημένος στο Νιου Μπερλίν, μία κομητεία του Ουισκόνσιν, Τόμας Τζόσεφ Μπρέι είχε αγαπήσει μικρός και το αμερικάνικο φούτμπολ και το μπέιζμπολ.

Ο 28χρονος Αμερικανός γκαρντ, νέος παίκτης της ομάδας μπάσκετ του Παναθηναϊκού είχε μία μεγαλύτερη αδυναμία, την μητέρα του. Μπορεί ο πατέρας του, Τόμας ο πρεσβύτερος, να ήταν ο πρώτος προπονητής του και εκείνος που έμαθε την αξία των στατιστικών και του ομαδικού παιχνιδιού στον γιο του, όμως ο Τι Τζέι ήταν «παιδί της μαμάς». Οταν έχασε την Κιμ Μέρι, το 2006, ενώ ήταν μόλις 14 ετών, ο κόσμος του «κατέρρευσε». Μία επέμβαση ρουτίνας στο γόνατο τής προκάλεσε θρόμβο στον πνεύμονα...

Τα σπορ, τότε, του φάνηκαν ανούσια. Της είχε υποσχεθεί, πως θα εκπληρώσει τις ακαδημαϊκές προσδοκίες, τις οποίες εκείνη είχε για τον κανακάρη της. Ο Μπρέι δήλωσε σε εφημερίδα του Μιλγουόκι πως «η μητέρα μου ήταν πανέξυπνος άνθρωπος. Είχε λάβει πτυχίο Χημείας από το πανεπιστήμιο Μαρκέτ και πήρε και Master. Από την ημέρα που τα κολέγια άρχισαν να επικοινωνούν μαζί μου, είχα αποφασίσει ότι το μπάσκετ δεν είναι προτεραιότητα. Επρεπε να επιλέξω την καλύτερη μόρφωση».

Διάλεξε το φημισμένο Πρίνστον, σχολείο που «παράγει» πολιτικούς, μελλοντικούς ηγέτες. Η πορτοκαλί μπάλα ήταν μεν «προέκταση» του χεριού του, όμως το μυαλό του βρισκόταν στα μαθήματα. Σε τέσσερα χρόνια έλαβε το πτυχίο στα Οικονομικά. Είχε τηρήσει την υπόσχεση στη μαμά του. Παρόλα αυτά, δεν αφοσιώθηκε αμέσως στο μπάσκετ, εξηγώντας ότι «ο επαγγελματικός αθλητισμός δεν ήταν στα πλάνα της ζωής μου. Υποτίθεται ότι αυτό το “παραμύθι” θα διαρκούσε όσο οι σπουδές». 

Δεν έγινε επιλογή στο ντραφτ του ΝΒΑ αλλά δοκίμασε να βρει συμβόλαιο, παίζοντας στο σάμερ λιγκ του 2014 με τους Τορόντο Ράπτορς και του 2015 με τους Νιου Γιορκ Νικς. Η μπασκετική μοίρα, του επεφύλασσε άλλες παραστάσεις, στην «από εδώ» πλευρά του Ατλαντικού. Υπέγραψε το καλοκαίρι του 2014 στην ιταλική Τράπανι, ομάδα Α2 κατηγορίας και την επόμενη σεζόν έμεινε στην Serie 2 με την Καζάλε Μονφεράτο. 

Λάτρεψε το μεσογειακό ταμπεραμέντο και την ιταλική κουζίνα, αλλά συνέχισε πιο βόρεια στη βελγική Μπράσελς. Τον Αύγουστο του 2017 βρέθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, για χάρη του Κολοσσού Ρόδου (από τον οποίο είχε περάσει παλαιότερα και ο Μάικ Τζέιμς, πριν γίνει σταρ της Ευρωλίγκας), πριν ταξιδέψει στη Γερμανία για τη Ράστα Βέχτα και τη Μπάγερν Μονάχου. Η Μεσόγειος τον «κάλεσε» ξανά, αρχικά στην ισπανική Σαραγόσα τον περασμένο Δεκέμβριο και, πλέον στον Παναθηναϊκό, στον οποίο υπέγραψε συμβόλαιο 18 μηνών, με προοπτική και για τη σεζόν 2022-2023. 

Μετά τη Μπάγερν Μ. και την παρθενική παρουσία του στην Ευρωλίγκα με τους Βαυαρούς, η προοπτική του Παναθηναϊκού μοιάζει με δικαίωση του «ταξιδιού» του, αν και επιμένει ότι έχει απολαύσει κάθε «σταθμό», επαναλαμβάνοντας πως «δεν θα ξεχάσω το πρώτο ματς στο τελικό τουρνουά του NCAA. Δεν θα ξεχάσω όταν οι Ράπτορς με κάλεσαν να δοκιμαστώ στο σάμερ λιγκ. Θα θυμάμαι την πρώτη εμπειρία στην Ευρώπη. Ποτέ δεν περίμενα να φτάσω ως εδώ... Το μπάσκετ υποτίθεται πως θα τελείωνε στο Πρίνστον».