Αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας ο Ν. Ταβερναράκης

Αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας ο Ν. Ταβερναράκης
Eurokinissi

Ο πρόεδρος του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ), καθηγητής Μοριακής Βιολογίας Συστημάτων της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστήμιου Κρήτης, Νεκτάριος Ταβερναράκης, εξελέγη ομόφωνα αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας (European Research Council - ERC). Θα αναλάβει καθήκοντα τον Ιανουάριο του 2021 και θα είναι επικεφαλής του ERC στον τομέα των Βιοϊατρικών Επιστημών. Ο κ. Ταβερναράκης, ο οποίος είναι μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του ERC από το 2016, είναι ο πρώτος και μοναδικός Έλληνας που εκλέγεται αντιπρόεδρος του ERC.

Το Επιστημονικό Συμβούλιο αποτελεί το ανώτατο όργανο διοίκησης του ERC και αποτελείται από 22 επιστήμονες διεθνούς αναγνώρισης. Ο πρόεδρος του ERC προεδρεύει του Επιστημονικού Συμβουλίου, με την υποστήριξη τριών αντιπροέδρων για τους τρεις τομείς των Βιοϊατρικών Επιστημών, των Φυσικών Επιστημών και Μηχανικής, και των Κοινωνικών και Ανθρωπιστικών Επιστημών. Οι αντιπρόεδροι, που εκλέγονται από το Επιστημονικό Συμβούλιο του ERC, είναι επίσης μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του ERC, το οποίο εποπτεύει το Επιστημονικό Συμβούλιο.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Έρευνας ιδρύθηκε το 2007 από την Ευρωπαϊκή Ένωση και χρηματοδοτεί ερευνητές, ενώ στο πλαίσιο του προγράμματος «Ορίζων 2020» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής διαχειρίζεται κεφάλαια 13,3 δισ. ευρώ.

«Αισθάνομαι ιδιαίτερη τιμή για την εκλογή μου στη θέση του αντιπροέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας, στον Τομέα των Βιοϊατρικών Επιστημών. Έχοντας ο ίδιος βιώσει, ως επιχορηγούμενος ερευνητής, την επίδραση και τις σημαντικότατες ευεργετικές συνέπειες που έχει το ERC στο ερευνητικό οικοσύστημα της Ευρώπης, θέλω, κι εγώ με τη σειρά μου, να συνεισφέρω με όλες μου τις δυνάμεις στην προώθηση της αποστολής του ERC, από τη θέση του αντιπροέδρου», δήλωσε ο κ. Ταβερναράκης και πρόσθεσε: «Το ERC, πέρα από ένα απόλυτα επιτυχημένο εγχείρημα στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού ιδεώδους, αποτελεί και ένα λαμπρό παράδειγμα του πώς η συνετή επένδυση στην έρευνα αιχμής μπορεί να επιφέρει πολλαπλά και σημαντικά οφέλη για την κοινωνία και την επιστημονική κοινότητα. Ανυπομονώ να συνεργαστώ στενά με τους συναδέλφους μου στο Επιστημονικό Συμβούλιο, και στους τρεις τομείς, με στόχο να υπηρετήσουμε την επιστήμη, έχοντας ως γνώμονα τη συνέχιση της πολύτιμης παράδοσης του ERC, στην προώθηση της αριστείας και της έρευνας υψηλής ποιότητας. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η ανάγκη για την υποστήριξη της βασικής έρευνας αιχμής, γίνεται ακόμα πιο επιτακτική. Είναι αυτή η στρατηγική που μπορεί να δημιουργήσει ουσιαστικές προοπτικές για την αντιμετώπιση των τεράστιων σύγχρονων προκλήσεων και να εξασφαλίσει την προστασία του κόσμου μας από απρόβλεπτες απειλές».

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ