Εγκρίθηκε από τη Βουλή η τόσο σπουδαία μεταρρύθμιση του θεσμικού πλαισίου της εργασίας, η πιο μεγάλη ανατροπή όσων βαρύτατων μας φόρτωσε η μεγάλη κρίση που παρολίγον θα έβγαζε το ελληνικό κράτος από τον χάρτη των αναπτυγμένων εθνών. Θα μετρούμε, τα επόμενα χρόνια, τα πολλαπλά οφέλη της.
Η εφαρμογή των ρυθμίσεων του νέου πλαισίου ρύθμισης των ελαχίστων προϋποθέσεων στην ανταμοιβή της εργασίας, το πλαίσιο για τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, θα πάρει τον χρόνο της, όπως με κάθε σημαντική μεταρρύθμιση. Θα δημιουργήσει όμως κάτι τόσο διαφορετικό, που λίγοι μπορούμε να αντιληφθούμε σήμερα.
Οι εισηγητές της, δηλαδή η Νίκη Κεραμέως, υπουργός Εργασίας και οι υπεύθυνοι των συλλογικοτήτων, που είχαν ήδη ζητήσει, από κοινού, την προώθηση νέων κανόνων για την ανάπτυξη και εφαρμογή Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, πρέπει να είναι υπερήφανοι για το άλμα προόδου, αλλά και προφανώς απογοητευμένοι για την αντιδραστική στάση τόσο πολλών βουλευτών που έσπευσαν να καταψηφίσουν.
Ας όψεται η υποκρισία των κομμάτων που καθοδηγούν αυτούς τους βουλευτές. Η υποταγή των εκπροσώπων του έθνους, όχι στην ατομική κοινή λογική και εμπειρία, ούτε καν στην απλή γνώση των δεδομένων αλλά και σε μια τόσο εύκολη απεμπόληση της ελευθερίας συνείδησης.
Κάπως έτσι μένει πίσω η χώρα και μετά παραπονιόμαστε γιατί δεν έχουμε καλά εισοδήματα, ανθεκτικές υποδομές και αποτελεσματικότερη παρακολούθηση των εκρηκτικών εξελίξεων που συμβαίνουν στον κόσμο.
Αντιλαμβάνομαι το στενό κομματικό υπολογισμό που κάνει η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος, το οποίο ήλπιζε να θέσει υπό (έμμεσο) έλεγχο το σύνολο του εργατικού κινήματος και της θεσμικής εκπροσώπησης του, στηριζόμενο στα κέρδη και την επιρροή που έχει κερδίσει με τη σκληρή πολυετή δουλειά του ΠΑΜΕ, ο συνδικαλιστικός βραχίονας του κόμματος.
Αυτό που είναι πολύ δύσκολο να καταλάβει κανείς είναι η εφεκτική ανοησία του ΠΑΣΟΚ, το οποίο αν και αντιλαμβάνεται πλήρως την πρόοδο που έφερε το νομοσχέδιο, έπεσε σε διπλή παγίδα: αυτή που έστησε ο εξωθεσμικός χειρισμός Βουρλιώτη, με την (απαραίτητη) διερεύνηση καταγγελιών σε βάρος του Παναγόπουλου και εκείνη της εσωτερικής διαμάχης του Ανδρουλάκη με τον νυν δήμαρχο Αθηναίων.
Θα επανέλθω άλλη στιγμή στο θέμα, γιατί σίγουρα θα έχουμε πολλές ακόμη ευκαιρίες για να προλάβω να αναφερθώ σε μια άλλη, εξίσου υποκριτική στάση των αντιπολιτεύσεων.
Κατανοώ ότι -και πάλι λόγω της συγκυρίας των αγροτικών κινητοποιήσεων- πάμπολλοι βουλευτές της αντιπολιτεύσεως τα έβαλαν με την επικείμενη εφαρμογή της υπογεγραμμμένης πλέον συμφωνίας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών του Mercosur. Αν και οι Συριζαίοι είχαν υμνήσει τη συμφωνία, στον καιρό που πράγματι είχε κλείσει. Αν και πολλοί μέσα στο ΠΑΣΟΚ κατανοούσαν την ανάγκη να διευρυνθεί το ελεύθερο εμπόριο μεταξύ Ευρώπης και πολλών σημαντικών κρατών της λατινικής Αμερικής που επιδιώκουν να σταθούν όρθια στο διεθνές εμπορικό στερέωμα, απεταξάμενα τα δεσμά τους με τον αμερικανικό καπιταλισμό.
Αυτό που είναι ακατανόητο και άκρως υποκριτικό είναι ότι οι ευρωβουλευτές της ελληνικής αντιπολίτευσης αρνήθηκαν να υποστηρίξουν τα διορθωτικά και προστατευτικά μέτρα που έφερε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για να «γλυκάνει» την πικρή γεύση από την συμφωνία της Mercosur.
Χάρι στον Δημήτρη Τσιόδρα, ευρωβουλευτή και δημοσιογράφο, μάθαμε ότι τα μέτρα προστασίας επικρότησαν με την ψήφο τους 483 εκπρόσωποι στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ενώ 102 ψήφισαν κατά. Στους «υπέρ» είναι οι δεξιοί και κεντροδεξιοί (μεταξύ τους και όλοι οι Νεοδημοκράτες) καθώς και οι σοσιαλιστές. Οι ευρωβουλευτές της ομάδας της Αριστεράς, που είχαν καταψηφίσει τη συμφωνία και τα μέτρα, αυτή τη φορά απείχαν κατά πλειοψηφία.,
Ποίοι ψήφισαν κατά; Ολόκληρη η ακροδεξιά των Λεπέν-Ορμπαν (μαζί βεβαίως και η Λατινοπούλου). Από κοντά όμως και οι ευρωβουλευτές του ΠΑΣΟΚ, οι τρεις του Βελόπουλου και οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ.
Σε δύο λοιπόν κρίσιμα θέματα, σε δύο αποφασιστικές ψηφοφορίες, σε δύο νομοθετικά σώματα, τόσοι πολλοί ψήφισαν με γνώμονα έναν εποχικό, μιντιακό, μικροκομματικό υπολογισμό. Υποτάσσουν το σημαντικό, το συμφέρον των πολλών, την προσπάθεια να πάνε τα πράγματα μπροστά, στη «ζημιά» που μπορεί να τους προκαλέσουν οι καφενειακές συζητήσεις των σόσιαλ μίντια.
Περιμένει, ακόμη, κανείς, τους ίδιους αυτούς και τα κόμματά τους να κερδίσουν τον Μητσοτάκη; Και, ακόμη χειρότερα, να κυβερνήσουν την χώρα προς το συμφέρον των πολιτών;
