Μπορεί ο Πρωθυπουργός να αντιμετωπίσει τα τηλε-οργισμένα μπλόκα και να δώσει λύσεις στα συντεχνιακά προβλήματά τους, όταν οι αρμόδιοι υπουργοί της κυβέρνησής του δεν τα κατάφεραν;
Μπορεί. Με δύο προϋποθέσεις.
Η πρώτη είναι να αποκαλύψει στις «αντιπροσωπείες» των αγροτών αλλά και σε όλους εμάς τους υπόλοιπους πολίτες, τους αστούς, τι πραγματικά συμβαίνει στις «τσέπες» της αγροτικής οικονομίας αλλά και πόσο θα κοστίσουν οι «λύσεις» στα κρατικά ταμεία.
Η δεύτερη προϋπόθεση είναι να πάρει μαζί του, δηλαδή να πείσει, τουλάχιστον όσους κατέβουν στην Αθήνα αύριο-μεθαύριο, ώστε να πιέσουν αυτοί τα «δικά τους» κόμματα και να υποστηρίξουν την πρόταση του Κυριάκου Μητσοτάκη για τη συγκρότηση διακομματικής επιτροπής η οποία, με τη σειρά της, θα προτείνει Σχέδιο Αναδιοργάνωσης του Πρωτογενούς Τομέα.
Αν δούμε την μεγάλη εικόνα του αγροδιατροφικού τομέα, θα καταλάβουμε πως το πρόβλημα βρίσκεται στο γεγονός ότι οι πολλοί που βρίσκονται στα «μπλόκα», έχουν δύο τσέπες. Στη μια βάζουν όσα εισπράττουν από την πώληση του προϊόντος τους, στην άλλη τα κρατικά επιδόματα. Και είναι πολλά: τουλάχιστον τα μισά χρήματα με τα οποία ζει η συγκεκριμένη μερίδα του αγροτικού κόσμου.
Κι όμως, όλοι μαζί οι άνθρωποι των μπλόκων, δεν δημιουργούν περισσότερα προϊόντα, ούτε βεβαίως καλύτερης ποιότητας, ούτε περισσότερο επικερδή, είτε από την άποψη της αξίας για τη διατροφή, είτε από την πλευρά της εμπορικής αξίας, από εκείνους τους αγρότες, οι οποίοι όμως δεν είναι στα μπλόκα και ο λόγος τους δεν θα ακουστεί στο Μαξίμου.
Υπάρχουν, χονδρικά, δυο ειδών αγροτικά προϊόντα. Εκείνα που πάνε προς μεταποίηση, οι μεγάλες εκτατικές παραγωγές και τα άλλα που πάνε απευθείας στο τραπέζι μας. Αυτά τα δεύτερα πάνε καλά. Χωρίς να σημαίνει πως δεν αντιμετωπίζουν σημαντικά προβλήματα, ιδίως τη σύγχιση που αντιμετωπίζει ο καταναλωτής ως προς την προέλευση και ποιότητα εισαγομένων ομοειδών προϊότων.
Οι επιδοτήσεις πάνε, σχεδόν αποκλειστικά, στους πρώτους. Με άλλα λόγια το πιο δυναμικό τμήμα της γεωργίας μένει... εκτός νυμφώνος. Κι αυτό ενόσω το προβληματικό τμήμα της αγροτιάς, ενθυλακώνει σοβαρά ποσά ενόσω πλήτετται από τη σκανδαλώδη διαχείριση του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Οι πρώτοι δεν χρειάζεται να ασχοληθούν με τις καλλιέργειές τους περισσότερο από δυο-τρεις μήνες τον χρόνο, όταν οι άλλοι πρέπει να είναι κάθε μέρα στο χωράφι, στο μποστάνι, στο θερμοκήπιο, στον αγρό και να αντιμετωπίζουν με λεπτομέρεια τα πάντοτε δύσκολα ζητήματα διασφάλισης της ποιότητας, αφού είναι το μόνο κριτήριο που θα διαμορφώσει την τελική τιμή, δηλαδή το εισόδημα.
Ας δούμε μια γνωστή προβληματική περίπτωση. Το ελληνικό βαμβάκι είναι καλό, όχι όλο και πάντοτε, αλλά καλό. Πού καταλήγει; Σε γειτονικές βιομηχανίες σε χαμηλή τιμή και αφού έχει στραγγίσει τους πολύτιμους υδάτινους πόρους, οι οποίοι μάλιστα μένουν απλήρωτοι αν και σε εξωπραγματικά χαμηλές τιμές. Όταν μάλιστα τυχαίνει η διεθνής τιμή του να χάνει έδαφος, οι απαιτήσεις των συγκεκριμένων καλλιεργητών τροφοδοτούν τα... μπλόκα.
Τα ίδια, με παρεμφερείς τρόπους, αλλά σε διαφορετικό βαθμό συμβαίνουν και σε άλλες μεγάλες καλλιέργειες. Καθόλου παραδόξως όμως δεν συμβαίνει με το σκληρό σιτάρι, το οποίο πετυχαίνει καλές τιμές και, ταυτοχρόνως, επιδοτείται. Ταυτοχρόνως βεβαίως η Ελλάδα εισάγει το μαλακό σιτάρι για το ψωμί που μπαίνει στο τραπέζι μας καθημερινά.
Η συζήτηση είναι μεγάλη και προφανώς δεν μπορεί να ολοκληρωθεί στο αυριανό τραπέζι. Το μικρό μέγεθος των αγροτικών εκμεταλλεύσεων (η Ελλάδα βρίσκεται στην χαμηλότερη πλην Ρουμανίας θέση), η χαμηλή παραγωγικότητα (στη μέση της ευρωπαϊκής πραγματικότητας, αξία παραγωγής ανά εκτάριο 2 χιλιάδες, με την Ολλανδία στις 13 χιλιάδες), μικρή ενσωμάτωση νέας τεχνολογίας (δαπάνη 11 ευρώ ανά εκτάριο, με την Ευρώπη στα 33 ευρώ), ανεπαρκής επαγγελματική εκπαίδευση.
Πρακτικά, και αυτή είναι μεγάλη ευθύνη των δύο κυβερνήσεων Μητσοτάκη, η τρέχουσα εφαρμογή της ΚΑΠ δεν άλλαξε το βασικό πρόβλημα που είναι η υψηλή εξάρτηση από τις επιδοτήσεις και ο χαμηλός βαθμός συνεταιριστικής ή και ατομικής επιχειρηματικότητας, όπως πρόσφατα είχα επισημάνει.
Θα αλλάξει όμως σύντομα, αν και παρόμοιες αλλαγές χρειάζονται χρόνο, η ίδια η ΚΑΠ. Αν οι ενισχύσεις προστίθενται στο παραγώμενο, δηλαδή στο πραγματικά και αποδεδειγμένα πωλούμενο προϊόν, οι περισσότεροι από όσους θα καθήσουν στο πρωθυπουργικό τραπέζι θα δουν και τις δυό τους τσέπες να αδειάζουν.
Κάπως έτσι, ένα πραγματικό ζήτημα εθνικής αναδιοργάνωσης ενός εθνικά σημαντικού τομέα παραγωγής μετατράπηκε, για μιαν ακόμη φορά, σε συντεχνιακή διεκδίκηση. Αυτό γνωρίζουν να κάνουν οι συγκεκριμένοι αγροτοσυνδικαλιστές, αυτό ξέρουν να κουμαντάρουν οι κομματικοί εκπρόσωποι, αυτό θα κάνει και αύριο-μεθαύριο ο Πρωθυπουργός. Κρίμα!
