Περισσότερη Ευρώπη και γρήγορα

Ήδη με την πρώτη θητεία Τραμπ το είχαμε καταλάβει. Παρά ταύτα, η Ενωμένη Ευρώπη αποκοιμήθηκε με την απατηλή βεβαιότητα ότι δεν θα συμβεί δεύτερη φορά. Όταν όμως ο Τραμπ και οι εθνικιστικές ομφαλοσκοπικές απόψεις του επανήλθαν στο προσκήνιο ήταν ήδη αργά. Η Ευρώπη είχε ήδη εξασθενήσει.

Το ζήτημα, όπως ορθώς παρατηρούν εκείνοι που βλέπουν τους άμεσους κινδύνους, δεν είναι απλώς οι Ηνωμένες Πολιτείες, με Τραμπ ή χωρίς. Η επείγουσα πρόκληση έρχεται από την τραμπούκικη πολιτική μιας Ρωσίας καταρρέουσας. Αυτή τη φορά όχι λόγω των σοβιετικο-κομμουνιστικών αδιεξόδων, αλλά επειδή ο Πούτιν δεν μπορεί να δώσει «ψωμί στο λαό» και γι αυτό τον έχει βάλει να «χτίζει κανόνια».

Η απογοήτευση με την Ευρώπη, πηγάζει στις εγωιστικές και μυωπικές πολιτικές που υιοθέτησε η Γερμανία επί περίπου μια εικοσαετία, στην θεμιτή επιδίωξή της να ανταπεξέλθει στο κόστος της επανένωσής της. Η μεγάλη αυτή χώρα, απαραίτητη στην ευρωπαϊκή γεωμετρία, σταμάτησε σε λειψές διαρθρωτικές αλλαγές, προτίμησε την εξάρτησή της από την φθηνή ενέργεια του παγωμένου γείτονα και αδιαφόρησε από την συνεχώς μεγαλύτερη σύζευξή της με τον επιτήδειο κινέζο εισβολέα.

Η Γερμανία έχει μεγάλες ευθύνες αφού, ως ομοσπονδία η ίδια, είχε κάθε λόγο να υποστηρίξει την εμβάθυνση του ευρωπαϊκού φεντεραλισμού.

Φταίει, προφανώς και η Γαλλία, η δεύτερη μεγάλη χώρα, η οποία συνεχίζει να εχθρεύεται οτιδήποτε δεν ομοιάζει με τον εθνικισμό του γαλλικού εξαγώνου. Κι ας έχει, τουλάχιστον μια δεκαετία τώρα, παγιδευθεί σε καθοδικό σπιράλ.

Αλλά και εμείς, η Ελλάδα, γείραμε στην πλευρά των αδιάφορων και, τελικά, αντιευρωπαϊστών. Οι πολίτες έδωσαν πλειοψηφία στους αντιευρωπαϊστές: είτε ανοικτά (ακροδεξιοί, «καμμένοι», Βελόπουλος, ΚΚΕ και άλλοι «αριστεροί του κατεστημένου») είτε με φερετζέ όπως οι συριζαίοι που έγιναν κυβέρνηση ρίχνοντας το φταίξιμο στους «κακούς ευρωπαίους».

Τώρα όμως είναι ώρα να δούμε, έστω εξ ανάγκης, τα πράγματα αλλιώς. Επιτέλους, στην ομιλία της για την κατάσταση της Ένωσης (10 Σεπτεμβρίου 2025), η πρόεδρος της Επιτροπής ξεκίνησε με τη φράση «Η Ευρώπη βρίσκεται σε μάχη». Πολύ σωστά, απέναντι στην πανδημία, η Ένωση αντέδρασε θετικά, βάζοντας στο τραπέζι σημαντικά κεφάλαια και μια ισχυρή δόση ενότητας. Ευτυχώς συνταχθήκαμε με την Ουκρανία χωρίς περιστροφές.

Χρειαζόμαστε περισσότερη ενότητα, υψηλότερους στόχους και πολλά - πολλά κεφάλαια. Η προσπάθεια επανεξοπλισμού πρέπει να καταλήξει σε ένα σοβαρό και όχι αμελητέο σύστημα κοινής άμυνας. Ούτε ο Πούτιν, ούτε ο Τραμπ θα πάρουν στα σοβαρά κράτη που πληρώνουν τους Ουκρανούς για να συγκρατήσουν την τρομοκρατία που έχει εξαπολύσει η Ρωσία στους γειτόνους της.

Ακόμη και σε έναν τομέα στον οποίο η Ευρώπη έχει να επιδείξει μια τόσο σοβαρή επιτυχία όπως είναι το κοινό νόμισμα, η Ευρωζώνη δυσκολεύεται να ολοκληρώσει την κοινή αγορά κεφαλαίων, την ενοποίηση των διατραπεζικών ενεργειών, όταν μάλιστα η ροή των κεφαλαιακών επενδύσεων συνεχίζει να ενισχύει είτε την αμερικανική είτε ακόμη και την κινεζική οικονομία.

Η ενεργειακή κρίση ανάδειξε την ατελή κοινή αγορά ηλεκτρισμού. Το ψηφιακό χάσμα συνεχίζει να ανοίγει σε όφελος της άλλης πλευρά του Ατλαντικού. Η κοινή εμπορική πολιτική, ένα από τα πρώτα σοβαρά βήματα ομόσπονδης Ευρώπης, με την ενιαία αγορά του 1992, παραμένει ζητούμενο όταν φθάνει στο επίπεδο του καταναλωτή που μάχεται, ακόμη, με τα αποκαΐδια του πληθωριστικού κύματος.

Είναι ευτυχές ότι ακόμη και ακραίοι της ευρωπαϊκής δεξιάς, κατανοούν τους κινδύνους που φέρνει η καταιγίδα Τραμπ και τους ακόμη μεγαλύτερους μιας επόμενης λαίλαπας J.D. Vance. Αξίζει να σημειώσουμε του, έχοντος αέρα στα πανιά του, Γάλλου πολιτικού Jordan Bardela, ακόμη και την συμβιβαστική στάση της ιταλίδας πρωθυπουργού Georgia Meloni.

Στην Ελλάδα, αλήθεια, πόσοι παραμένουν πιστοί στην ιδέα περισσότερης Ευρώπης; Θα ήταν χρήσιμο να ακούσουμε τι έχει να πει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, και οι άλλοι αρχηγοί, προφανώς, είτε βρίσκονται εντός Βουλής, είτε σχεδιάζουν να εκδηλωθούν στην επόμενη κάλπη. Εκλογές έρχονται, καλό είναι ξέρουμε με ποιους έχουμε να κάνουμε.