Σύμφωνα με τα χθεσινά στοιχεία της Στατιστικής, ο πληθωρισμός Δεκεμβρίου 2025, σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο 2024, δηλαδή ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των τιμών, ήταν στο 2,6%. Η ίδια ακριβώς μεταβολή είχε καταγραφεί έναν χρόνο πριν, τον Δεκέμβριο 2024 έναντι του Δεκεμβρίου 2023. «Πάγωσε» ο πληθωρισμός; Τι γίνεται με την ακρίβεια;
Όπως έχουμε πολλάκις επισημάνει, ένας ρυθμός πληθωρισμού μεταξύ 2 και 3% συνάδει με την «σχεδόν σταθερότητα» τιμών. Όμως, όταν έχει προηγηθεί το κύμα πληθωρισμού που πέρασε από πάνω μας επί έναν και κάτι χρόνο, (2021-2022) η απαλλαγή από το πρόβλημα της ακρίβειας είναι άλλο, πολύ δυσκολότερο, ζήτημα.
Ας δούμε το παράδειγμα του ελαιόλαδου, που διαμορφώνει το 1/100 του ελληνικού γενικού δείκτη τιμών (ένα από τα μεγαλύτερα μερίδια).
Σύμφωνα με τις μετρήσεις της Στατιστικής, η τιμή του εθνικού προϊόντος του πολύτιμου αυτού καρπού μειώθηκε κατά 34% μέσα στον χρόνο που πέρασε.
Η μείωση αυτή δεν είναι όμως αρκετή για να εξαλείψουν τις τρεις διαδοχικές αυξήσεις που είχε σημειώσει το ελαιόλαδο επί μια τριετία. Ήδη το 2021, είχαμε άνοδο κατά 17% με την τιμή να κινείται γύρω στα 6 ευρώ το λίτρο.
Το 2022-23 δεν ήταν καλή χρονιά: το κόστος της ελαιοκομίας, λόγω αύξησης των εργατικών και της ενέργειας ήταν 20% (ΕΛΣΤΑΤ) ή 8 περίπου ευρώ/λίτρο στο ράφι, παρόλο την καλή σοδειά.
Το 2023-2024 ήταν καταστροφικό. Η κακή σοδειά, σε συνδυασμό με τις πολύ σημαντικές αυξήσεις κόστους, οδήγησαν σε άνοδο 60% και οι τιμές ξεπέρασαν τα 12 ευρώ.
Το 2024-25 ήταν καλύτερη χρονιά, όχι όμως τόσο καλή ώστε να προκαλέσει κατάρρευση των τιμών ελαιόλαδου. Ο ειδικός τιμάριθμος έπεσε κατά μόλις 1%, ιδίως επειδή, στο μεταξύ, το κόστος είχε αυξηθεί τόσο ώστε «έσβηνε» το όποιο όφελος θα είχαμε από την αύξηση κατά όγκο του παραγόμενου προϊόντος.
Με το 2025 πίσω μας και την ελαιοκομική περίοδο να ολοκληρώνεται σε λίγες εβδομάδες, το ελαιόλαδο, που πωλείται τώρα στο ράφι γύρω στα 8 ευρώ το λίτρο, είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα της διαφοράς μεταξύ πληθωρισμού και ακρίβειας.
Κατά τη σύγκριση της Στατιστικής, η τρέχουσα τιμή του λαδιού είναι κατά σχεδόν 50% υψηλότερη εκείνης του 2020, αν και ο όγκος της ελληνικής παραγωγής βρίσκεται στο συνηθισμένο, μάλλον καλό, σημείο του.
Με άλλα λόγια, για την εξάλειψη της ακρίβειας του ελαιόλαδου δεν αρκεί ούτε η εξομαλυμένη πορεία του πληθωρισμού, ούτε μια ή περισσότερες καλές και παραγωγικές εσοδείες. Το κόστος ζωής, περισυλλογής και επεξεργασίας, αλλά και γενικότερα το κόστος εμπορίας επηρεάζουν την τελική τιμή «από το χωράφι στο ράφι».
Είναι αυτό που έχω συχνά υπογραμμίσει: Ο πληθωρισμός φεύγει, η ακρίβεια μένει! Μόνη γιατρειά η αύξηση του εισοδήματος, η οποία δεν ήταν, σε καμία περίπτωση στο ύψος του 50%. Δυστυχώς, σε όρους αγοραστικής δύναμης ελαιόλαδου, γίναμε «φτωχότεροι».
