Οι κυβερνητικές εκτιμήσεις για τα πρόσθετα έσοδα που θα αποκτήσει το κράτος επειδή αντιμετωπίζει, πλέον, επιτυχέστερα τη φοροδιαφυγή δείχνουν 2,5+ δισ. ευρώ. Περισσότερα από το 2025, έτος κατά το οποίο το κράτος «κέρδισε» 2,2 δισ. από τη μείωση της φοροδιαφυγής. Από αυτά, το 1,2 δισ. οφείλεται στην αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών που πραγματοποίησαν οι πολίτες και των μηχανοργανωμένων λογιστικών βιβλίων των επιχειρήσεων. Πρόκειται βεβαίως για καταβολή ΦΠΑ. Δεν γνωρίζουμε το ποσό που κερδίζει το κράτος επειδή οι περισσότερες φανερές εισπράξεις αποκαλύπτουν μεγαλύτερα ακαθάριστα κέρδη και οδηγούν, τελικά, σε αύξηση του φόρου κερδών.
Όπως λοιπόν είπαμε και όπως είναι λογικό να υποθέσουμε, οι αγορές με ηλεκτρονικό χρήμα θα συνεχίσουν να αυξάνονται. Μπορούμε λοιπόν να θεωρήσουμε ότι το κράτος «κερδίζει» επιπλέον περί το 1,5 δισ. ευρώ επειδή πολλοί από εμάς κάνουν την προσπάθεια να βοηθήσουμε στην πάταξη της φοροδιαφυγής ή απλώς προτιμούμε τις ηλεκτρονικές συναλλαγές για λόγους πρακτικούς.
Είναι προφανές ότι τουλάχιστον το ποσό αυτό διέφευγε πάντοτε. Που σημαίνει ότι σε ένα μακρό διάστημα, π.χ. τριάντα ετών, το κράτος «έχασε» το τεράστιο ποσό των 45 δισ. ευρώ, σε σημερινές βεβαίως τιμές. Αν μάλιστα η προσπάθεια πάταξης της φοροδιαφυγής είχε ξεκινήσει ενωρίτερα και είχε, επομένως, ολοκληρωθεί ενωρίτερα, το πραγματικό ποσό που δεν μπήκε ποτέ στα κρατικά ταμεία πρέπει να ξεπερνά τα 60 δισ. ευρώ.
Είναι επίσης προφανές ότι επί πάρα πολλά έτη, όσα δηλαδή το κράτος εμφάνιζε ελλείμματα, τα ποσά της φοροδιαφυγής έλειψαν από το ταμείο. Με αποτέλεσμα να υποχρεώνεται το κράτος σε δανεισμό των τα αντίστοιχων ποσών. Εξίσου προφανές είναι ότι επί των δανειζομένων χρημάτων, το κράτος πλήρωνε τόκους, οπότε το κόστος της φοροδιαφυγής πρέπει να εκτιμηθεί κοντά 100 δισ. ευρώ.
Το ένα τρίτο του ελληνικού χρέους, χονδρικά.
Αν καλά θυμάμαι, ο καθηγητής Τάσος Γιαννίτσης, είχε εκτιμήσει πως το 70% της αύξησης του δημόσιου χρέους στην πρώτη δεκαετία του ευρώ, οφείλεται στην χρηματοδότηση μέσω δανεισμού των ελλειμμάτων που οφείλονται στο ασφαλιστικό σύστημα.
Κατανοούμε πως μια ορθολογική είσπραξη των φόρων, όπως αυτή που θα πετυχαίναμε εφόσον είχαμε πατάξει ενωρίτερα και αποτελεσματικά τη φοροδιαφυγή θα μείωνε την ανάγκη πρόσθετου δανεισμού. Επομένως, το κράτος θα μπορούσε να καλύπτει τα ελλείμματα του ασφαλιστικού μέσω φορολογίας, δηλαδή με τον περιορισμό της φοροδιαφυγής, όπως κάνει τα τελευταία χρόνια, χωρίς να δημιουργεί νέα ελλείμματα.
Δυστυχώς, όπως πάντα στην οικονομία, το ένα λάθος οδηγεί στο επόμενο. Ζητούμενο είναι αν το κράτος οφείλει να επιστρέψει μέρος των «κερδών» από την πάταξη της φοροδιαφυγής, στους πολίτες οι οποίοι συμβάλουν καθοριστικά σε αυτήν την σπουδαία μάχη με το θεριό. Η απάντηση είναι αυθορμήτως θετική: όσο αυξάνουν οι φόροι από τη μειούμενη φοροδιαφυγή, τόσο πρέπει να μειώνονται οι φόροι και όχι, όπως συμβαίνει, συνεχώς να αυξάνονται. Ένα πρώτο βήμα γίνεται εφέτος, στη φορολογία εισοδήματος. Μπορούν να γίνουν κι άλλα.
