Δεν ήταν η καλύτερη μέρα για να βλέπει κανείς τον Ερντογάν, με όσα συνέβαιναν στη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση. Πλην όμως, με όσα ήδη εξελίσσονται στον κοινό γεωπολιτικό χώρο των δύο κρατών και με το ζωηρό ενδιαφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών να εκδηλώνεται ολοένα περισσότερο, οι δύο ηγέτες είχαν κάθε λόγο να αποφύγουν τις κακοτοπιές.
Σε κάθε περίπτωση, καταστροφή των «εθνικών συμφερόντων» δεν επήλθε.
Αντιθέτως, φάνηκε ότι το όπλο της διπλωματίας βοηθά περισσότερο από τη διπλωματία των όπλων. Όπως άλλωστε και τα κοινά οικονομικά συμφέροντα. Τα πολλαπλασιαστικά οφέλη του εμπορίου, όπως και η άνοδος των τουριστικών ροών, αποδεικνύονται πολυτιμότεροι βοηθοί στον δρόμο της αμοιβαίας αυτοσυγκράτησης.
Για τα περαιτέρω, το μεγάλο και πολύ πραγματικό ερώτημα είναι αυτό του Έλληνα Πρωθυπουργού: «Αν όχι τώρα, πότε;» Ενώ, από την πλευρά του Τούρκου Προέδρου, η σαφής αναφορά στους στόχους της γείτονος σε όρους εμπορίου και, κυρίως, στην αναθέρμανση της σχέσης της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ανοίγει παράθυρο ελπίδας ότι μπορεί («μπορεί» λέμε τώρα...) να οδηγήσει μέχρι και στην αποδοχή του διεθνούς νόμου για το Δίκαιο της Θάλασσας.
Αξίζει, έστω και μόνον γι αυτό, να είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη θέση που χρειάζεται για να συνεχίσει τη συζήτηση, δηλαδή τη διαπραγμάτευση, αν και όταν εμφανιστεί παρόμοια ευκαιρία. Αν δηλαδή κερδίσει τις επόμενες εκλογές ο Μητσοτάκης και με τον Ερντογάν να είναι στη θέση του μέχρι το προγραμματισμένο 2028, θα είναι πολύ ευκολότερο, οι δυο τους, να συνομολογήσουν τα ανομολόγητα. «Αν όχι τότε, ποτέ» θα μπορούσε κανείς να ανασυντάξει το ως άνω ερώτημα.
Εκτός από εμπόδιο, η υποχρεωτική γειτονική σχέση, την οποία συχνά βλέπουμε ως κατάρα, μπορεί να γίνει ευκαιρία. Σε τελευταία ανάλυση, δύο είναι τα σίγουρα δεδομένα, που δεν πρόκειται να αλλάξουν: Ιστορία και Γεωγραφία.
Παρακολουθήσαμε χθες βήματα προς το επί της ουσίας ξεκαθάρισμα. Είπε τα δικά του ο Ερντογάν (για μιαν ακόμη φορά), είπαμε τα δικά μας (μάλλον για πρώτη φορά). Κάπως έτσι προχωρούν οι καταστάσεις και όχι όταν ο ένας αποφεύγει να κοιτάξει τον άλλον κατάματα, παρά μόνον μέσα από τις διόπτρες των οπλικών συστημάτων.
Ήταν επιπλέον σαφές ότι καμία από τις δύο πλευρές δεν θα ήθελε να αναλάβει ο Τραμπ την επίλυση των ζητημάτων που κρατούν σε ένταση τις σχέσεις των δύο κρατών. Η κινητικότητα των πρέσβεων των Ηνωμένων Πολιτειών, και στις δύο πρωτεύουσες, είναι αρκετή για να αντιληφθούμε πως είναι καλύτερο να κρατούμε χαμηλούς τόνους στις υψηλού επιπέδου διαφορές μας.
Όσοι εξακολουθούν να πρεσβεύουν ότι είναι καλύτερο να κρατούμε αποστάσεις και ψυχροπολεμικό κλίμα στη μεταξύ μας ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ σχέση, καλά θα κάνουν να ρίξουν μια ματιά στον πολύτιμο ρόλο της Συνθήκης του Ελυζέ, που φιλοτέχνησαν οι Ντε Γκωλ και Αντενάουερ, για την εξάλειψη μιας αιωνόβιας εχθρότητας μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας. Από το 1963 και μετά, οι συναντήσεις μεταξύ των εκάστοτε ηγετών των δύο κρατών υπήρξαν συνεχείς και συστηματικές μέχρις ότου κατάφεραν να γίνουν θεσμικές, πέραν ακόμη και των συνεργειών στη συγκρότηση της Ενωμένης Ευρώπης. Με αποτέλεσμα η γαλλο-γερμανική φιλία να γίνει θεσμός και ακρογωνιαίος λίθος στη διατήρηση της ειρήνης σε μιαν Ευρώπη που επί αιώνες, από τον Τριακονταετή Πόλεμο, τις Ναπολεόντιες Εκστρατείες και τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους, έφθασε να «αξίζει» τον ιστορικό τίτλο της Αιματοβαμμένης Ηπείρου.
Ας κρατήσουμε, για όσα αξίζει, αυτό που είπε ο Ερντογάν, ότι δηλαδή «τα προβλήματα είναι ακανθώδη, αλλά όχι άλυτα», κι ας συνεχίσουμε τις δουλειές μας, αναγνωρίζοντας ότι η Εθνική Διπλωματία θα παραμείνει το πρώτο βιολί στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις.
