Δεν αρκεί ένα υψηλότερο επιτόκιο

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προτίθεται να αυξήσει το επιτόκιο του ευρώ. Επιτέλους. Είχα σημειώσει εδώ ότι η πολιτική επιτοκίων που ακολουθεί η Φρανκφούρτη επειδή, λογικά, προσαρμόζεται στις ανάγκες των μεγάλων οικονομιών «δεν θα προφυλάσσει την ελληνική οικονομία από νέες πιέσεις στις τιμές, ενόσω μάλιστα δεν έχουμε ακόμη απορροφήσει τις παλαιότερες πληθωριστικές πιέσεις».

Γνωρίζαμε αυτή την «κατασκευαστική ιδιαιτερότητα» της ενιαίας ζώνης του κοινού νομίσματος προτού κατορθώσουμε να γίνουμε μέρος της κοινής νομισματικής πολιτικής. Γι' αυτό, κάποιοι από εμάς, δείχναμε με το δάκτυλο δύο προβλήματα. Πρώτον, την ελλειμματική χρηματοδότηση των κρατικών δαπανών μέσω νέου εξωτερικού δανεισμού και, δεύτερον, την υπερταχεία χρηματοδότηση των ιδιωτικών δαπανών μέσω καλπάζοντος τραπεζικού δανεισμού.

Τα δύο αυτά στοιχεία βοήθησαν βεβαίως την ελληνική οικονομία να συντηρήσει για μια ολόκληρη δεκαετία υψηλούς ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ και ανάλογης εισοδηματικής ευμάρειας. Προκάλεσαν όμως διαφορικό πληθωρισμό, δηλαδή μεγαλύτερες αυξήσεις τιμών για εμάς σε σύγκριση με εκείνες που είχε η ευρωζώνη, με αποτέλεσμα τη συστηματική απώλεια ανταγωνιστικότητας. Απώλεια που αποκαλύφθηκε με τον πιο δυσάρεστο για τον πληθυσμό τρόπο όταν ξέσπασε η δημοσιονομική κρίση και σταμάτησαν και οι δύο, αλληλένδετοι και αλληλοτροφοδοτούμενοι, κρουνοί χρηματοδότησης της φυγής προς τα εμπρός για την ελληνική οικονομία.

Τα πρόσφατα δέκα χρόνια, δηλαδή μετά whatever it takes του κυρίου Ντράγκι, η ελληνική οικονομία δεν μπόρεσε να επωφεληθεί με τον ίδιο τρόπο που το είχε επιτύχει στην πρώτη περίοδο, από την τεράστια ρευστότητα που διοχέτευσε η ΕΚΤ στην ευρωζώνη. Η ευκαιρία χάθηκε το 2015 κυρίως λόγω της καταστροφής του τραπεζικού συστήματος από το δίδυμο Τσίπρα-Βαρουφάκη. Μόλις τα τελευταία δυο-τρία χρόνια, αντιστράφηκε η υποχρηματοδότηση της οικονομίας.

Αρχικά μέσω της απορρόφησης του σημαντικού δανεισμού που διοχέτευσε η κυβέρνηση στον επιχειρηματικό τομέα για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Και στη συνέχεια μέσω της παράλληλης χρηματοδότησης των συγχρηματοδούμενων έργων του Ταμείου Ανάκαμψης (RRF).

Πέσαμε όμως στην παγίδα της άλλης όψης: το «ελληνικό ευρώ» υποφέρει από ταχύτερη απώλεια αγοραστικής δύναμης έναντι των υπολοίπων επί μέρους αγορών της ενιαίας νομισματικής ζώνης. Η Ελλάδα βρέθηκε με τεράστια ρευστότητα, τα εισοδήματα έτρεξαν γρήγορα, οι πωλήσεις και τα κέρδη γρηγορότερα, «βοήθησε» και ο τουρισμός αλλά και άλλα εισαγόμενα εισοδήματα (απόκτηση ακινήτων από διεθνείς επενδυτές, αύξηση εξαγωγών, ναυτιλιακά έσοδα) με αποτέλεσμα να επιταχυνθεί δυσανάλογα ο πληθωρισμός.

Ακόμη μέχρι και το πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους, το εθνικό προϊόν αυξάνεται γρήγορα και η δαπάνη των καταναλωτών ακόμη πιο πολύ. Η τελική κατανάλωση των νοικοκυριών σε τρέχουσες τιμές (δηλαδή μαζί με τον πληθωρισμό), μεγάλωσε ταχύτατα: το 2025 ήταν κατά 50% μεγαλύτερη από τη μίζερη χρονιά της πανδημίας. Κάθε έναν χρόνο κατά την πενταετία που πέρασε η «πραγματική ατομική κατανάλωση» μεγάλωνε με μέσο ρυθμό 8%.

Όπως ήταν επόμενο, εκδηλώθηκε υψηλός πληθωρισμός, που θα ήταν πολύ χειρότερος αν δεν είχαμε το ευρώ. Χρειαζόμαστε επομένως ένα κάποιο φρένο ρευστότητας. Τέτοιο φρένο θα είναι η αύξηση του επιτοκίου την οποία θα ξεκινήσει η ΕΚΤ στις αμέσως επόμενες εβδομάδες.

Το επιτόκιο κάνει πάντα την αντιπληθωριστική δουλειά του. Εκτός βεβαίως όταν το κράτος πάει κόντρα: αν δηλαδή μοιράσει ακόμη περισσότερα επιδόματα και άλλα «βοηθήματα». Ο,τι ακριβώς προτίθεται να κάνει η κυβέρνηση. Η οποία, αν δεν θέλει να δει τον πληθωρισμό να επιμένει ακριβώς στους μήνες που θα προηγηθούν της προγραμματισμένης εκλογικής αναμέτρησης, θα πρέπει να επισπεύσει την προσφυγή στις κάλπες.