Η ευρωτράπεζα δεν ασχολείται μαζί μας

Οι πολεμικές επιχειρήσεις που διεξάγουν ΗΠΑ και Ισραήλ στον Κόλπο εναντίον του Ιράν και οι ανάλογες επιθέσεις του ισλαμικού καθεστώτος εναντίον όλων των κρατών της περιοχής, σε συνδυασμό με την πραγματική απειλή τρομοκρατικών ενεργειών, έμπνευσης και υποστήριξης των θεοκρατικών ομάδων που υποστηρίζουν τους μουλάδες της Τεχεράνης, αλλάζουν συνταρακτικά τα δεδομένα της παγκόσμιας και, ιδιαιτέρως της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Η απόφαση της κεντρικής τράπεζας του ευρώ (ΕΚΤ) να κρατήσει σταθερά τα βασικά επιτόκια του κοινού νομίσματος στηρίζεται αποκλειστικά στον φόβο ενδεχόμενης νέας ύφεσης. Οι τραπεζίτες προτίμησαν, με ομόφωνη απόφασή τους, να κρατήσουν την ανάσα τους, παρά να κινηθούν προληπτικά έναντι της σίγουρης ανόδου των τιμών αλλά και του κινδύνου νέας ευρωπαϊκής ύφεσης. Λογικό, αφού οι επιτιθέμενοι, στις ενέργειες των οποίων οφείλονται οι μέχρι σήμερα παρατηρούμενες διαταραχές των ενεργειακών αγορών, έχουν θέσει βραχυχρόνιας διάρκειας στόχους.

Εκεί όμως σταματά η λογική και αρχίζει ο παραλογισμός του πολέμου και των αγορών από κοντά. Μέχρι πριν λίγες μέρες, οι αγορές μετοχών ήσαν σταθερές και με το παραπάνω. Τώρα τα γυρίζουν. Μαζί τους κατρακυλούν χρυσός και ασήμι. Με την κατάσταση που επικρατεί στην ιδιωτική αγορά πιστώσεων και τη φούσκα της Τεχνητής Νοημοσύνης να μην ξέρει πού και πότε να σκάσει, οι κίνδυνοι μεγαλώνουν.

Στην ΕΚΤ κατανοούν τους κινδύνους. Προτιμούν όμως να περιμένουν τις εξελίξεις στις αγορές των νομισμάτων, ιδίως την ισοτιμία δολαρίου/ευρώ, εξάλλου η σταθερότητα του νομίσματος είναι το κύριο καθήκον τους. Αναγνωρίζουν ότι ο πληθωριστικός κίνδυνος είναι πλέον παραπάνω από πραγματικός και τα επόμενα επίπεδα τιμών στις υπηρεσίες, σίγουρα, αλλά και στα βασικά αγαθά (ιδίως τα τρόφιμα) εξίσου, θα είναι υψηλότερα από εκείνα που με πολύν κόπο κατάφεραν να διασφαλίσουν τους μόλις τελευταίους μήνες.

Επειδή όμως το ευρώ έγινε, επιτέλους, πιο «μαλακό» έναντι του δολαρίου (1,15 έναντι 1,20 στα τέλη Ιανουαρίου) ελπίζουν ότι οι ευρωπαϊκές εξαγωγές θα διατηρήσουν τα πλεονεκτήματά τους, θα αποδειχθούν δηλαδή ανθεκτικές στον «άλλο πόλεμο Τραμπ» την επιβολή υψηλότερων εμποδίων μέσω των δασμών. Βεβαίως, ένα πολύ μαλακό ευρώ, όπως ήταν προ έτους (στην περιοχή του 1,10) θα διευκολύνει τη διάδοση των πληθωριστικών πιέσεων μέσω των ενεργειακών προμηθειών, από τις οποίες παραμένει εξαρτημένη η ευρωπαϊκή οικονομία.

Σε κάθε περίπτωση, οι διοικητές της ΕΚΤ δεν διστάζουν να παραδεχτούν ότι η συνολική εικόνα χαρακτηρίζεται από τεράστια και, συχνά, ακατανόητη ρευστότητα. Όπως είναι αναμενόμενο αντιμετωπίζουμε μια ταχύτατη εξάλειψη της εμπιστοσύνης. Μεγαλύτερη ρευστότητα στα οικονομικά μεγέθη και μικρότερη εμπιστοσύνη στις επιχειρηματικές αποφάσεις είναι ο χειρότερος συνδυασμός.

Ο άλλος σημαντικός κίνδυνος, τον οποίο με δυσκολία παραδέχονται δημοσίως οι κεντρικοί τραπεζίτες, είναι η πολιτική αστάθεια που διαδίδεται ταχύτερα στην Ευρώπη. Επιπλέον, στην Φρανκφούρτη διαπιστώνουν ότι οι μισθοί και οι άλλες αμοιβές των παραγωγικών συντελεστών προσαρμόζονται ταχύτερα στις πληθωριστικές πιέσεις. Με άλλα λόγια τις ενισχύουν, εκτός κι αν οι παραγωγικές επενδύσεις είναι επαρκείς και οδηγούν σε  υψηλότερη παραγωγικότητα.

Γι αυτό άλλωστε η κυρία Λαγκάρντ σημειώνει με κάθε ευκαιρία ότι η ΕΚΤ δεν μπορεί να κάνει περισσότερα από όσα ήδη πράττει, αλλά, σημείωσε, οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης οφείλουν να λάβουν γενναίες και ταχύτατες αποφάσεις για να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας, να εισαχθεί ταχύτερα το Ψηφιακό Ευρώ και να τεθεί σε λειτουργία η Ενιαία Αγορά Επενδυτικών Κεφαλαίων.

Το συμπέρασμα από τη σκοπιά της Ελλάδας είναι ότι η πολιτική επιτοκίων της Κεντρικής Τράπεζας θα συνεχίσει να διευκολύνει την ελληνική οικονομία σε ό,τι αφορά το κόστος άντλησης νέων κεφαλαίων, αλλά δεν θα την προφυλάσσει από νέες πιέσεις στις τιμές, ενόσω μάλιστα δεν έχουμε ακόμη απορροφήσει τις παλαιότερες πληθωριστικές πιέσεις.

Με δύο λόγια, είναι δουλειά της κυβέρνησης να λαμβάνει όσα, προφανώς (και δυστυχώς) διοικητικά και δημοσιονομικά μέτρα που θα συμμαζεύουν τις ασκούμενες, λόγω πετρελαίου και ισχυρότερης ζήτησης, πιέσεις επί των τιμών, δηλαδή των εισοδημάτων των μισθωτών.