Ώρα να τελειώνουμε με τα παραμύθια

Η δημόσια συζήτηση για τη συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη Mercosur εξελίσσεται, για άλλη μια φορά, σε φεστιβάλ υπερβολής, φόβου και πολιτικής εκμετάλλευσης.

Δεν είναι κακό να διαφωνεί κανείς. Είναι όμως προβληματικό να χτίζεται ένα αφήγημα εθνικής καταστροφής πάνω σε μισές αλήθειες, συνθήματα και επιλεκτική άγνοια.

Το πρόβλημα της ελληνικής γεωργίας δεν είναι η Mercosur αλλά η χαμηλή παραγωγικότητα και η ακόμη χαμηλότερη ικανότητα αντίληψης της συγκυρίας. Όταν η ελληνική αγροτική παραγωγικότητα είναι στο 50% της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας και ένα κλάσμα της αγροτικής παραγωγικότητα της ΕΕ δεν σώζεται η κατάσταση με την έξοδο από τη Mercosur.

Όταν ένα μπουκάλι μέσης ποιότητας βγαίνει από το οινοποιείο της Νεμέας με κόστος 5 ευρώ και ένα Αργεντίνικο της ίδιας ποιότητας φτάνει στο λιμάνι του Πειραιά με συνολικό κόστος παραγωγής και μεταφοράς στα 3 ευρώ, η λύση δεν είναι η επιβολή ενός δασμού 100% γιατί κοστίζει 6 και να είναι ανταγωνιστικό το ελληνικό.

Η λύση ενδεχομένως είναι τα 40 οινοποιία της Νεμέας να συγχωνευτούν σε 3-4. Ετσι αντί για 40 τρακτέρ και εμφιαλωτήρια κ.λπ. θα αγοραστούν 4 με αποτέλεσμα το κόστος να γίνει ανταγωνιστικό.

Από συμφωνίες όπως αυτή της Mercosur θα ωφεληθούν οι καταναλωτές που θα μπορέσουν να βρουν φθηνότερα ποιοτικά προϊόντα για το καλάθι του.

Τα περί ανεξέλεγκτων φυτοφαρμάκων, ορμονών και γενετικά τροποποιημένων σπόρων είναι φληναφήματα. Για τα προϊόντα αυτά ισχύουν οι αυστηροί κανόνες της ΕΕ. Τίποτα που δεν πληρεί αυτούς του κανόνες δεν περνά τα σύνορα της ΕΕ.

Και σήμερα στο σούπερ μάρκετ θα βρείτε προϊόντα από χώρες της Λατινικής Αμερικής. Με την εφαρμογή της συμφωνίας θα αφαιρεθούν οι δασμοί από τα προϊόντα αυτά. Αυτό είναι που τρομάζει τους εγχώριους παραγωγούς.

Το σύνολο της κοινωνίας εχει να ωφεληθεί από τις χαμηλότερες τιμές. Να ωφεληθούν έχουν και οι αγρότες που παράγουν ποιοτικά και ανταγωνιστικά προϊόντα. Μπροστά τους ανοίγεται μια αγορά 270 εκατ. ανθρώπων με ανερχόμενη μεσαία τάξη που επιθυμεί να καταναλώνει ποιοτικά εισαγόμενα προϊόντα. Ο αγρότης που εξάγει στην ΕΕ εύκολα θα μπορέσει να μπει και στις αγορές της Λατινικής Αμερικής οι οικονομίες των οποίων αναπτύσσονται με πολλαπλάσιους ρυθμούς…

Στο πολιτικό πεδίο, οι ισορροπίες είναι ξεκάθαρες. Η Γερμανία και η Ισπανία πιέζουν για βιομηχανικές εξαγωγές, η Γαλλία αντιδρά για λόγους εσωτερικής αγροτικής πολιτικής.

Η Ελλάδα, χωρίς τον όγκο για να μπλοκάρει συνολικά τη συμφωνία, επέλεξε τον ρεαλισμό: διαπραγματεύτηκε σκληρά εκεί που είχε πραγματικό συμφέρον. Το αποτέλεσμα είναι η νομική κατοχύρωση 21 ελληνικών προϊόντων ΠΟΠ και ΠΓΕ σε μια αγορά άνω των 270 εκατομμυρίων καταναλωτών. Αυτό δεν είναι ξεπούλημα· είναι άσκηση οικονομικής διπλωματίας.

Στο οικονομικό πεδίο, η εικόνα είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική. Η Mercosur είναι ήδη σημαντικός εμπορικός εταίρος της Ελλάδας, με πλεονασματικό ισοζύγιο υπέρ μας. Εκατοντάδες ελληνικές επιχειρήσεις - κυρίως μικρομεσαίες - δραστηριοποιούνται ήδη εκεί. Το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ η ζήτηση, αλλά οι υψηλοί δασμοί που κρατούσαν τα ελληνικά προϊόντα εκτός ραφιού ή εκτός τιμολογιακού ανταγωνισμού.

Η ουσία βρίσκεται στη στρατηγική διάσταση. Η Mercosur αντιπροσωπεύει μια τεράστια, αναδυόμενη μεσαία τάξη που αναζητά ποιοτικά, επώνυμα, «ευρωπαϊκά» προϊόντα. Εκεί ακριβώς ταιριάζει το ελληνικό μοντέλο: όχι μαζική παραγωγή χαμηλού κόστους, αλλά πιστοποιημένη ποιότητα, ταυτότητα και προέλευση. Φέτα, ελαιόλαδο, κρασί, μαστίχα δεν είναι απλώς αγροτικά προϊόντα· είναι φορείς υπεραξίας και εξαγώγιμου brand.

Η πραγματική απειλή, λοιπόν, δεν είναι η συμφωνία. Είναι ο φόβος της εξωστρέφειας, η πολιτική δημαγωγία και η άρνηση να δούμε τον κόσμο όπως είναι. Σε έναν πλανήτη που συγκροτείται σε μεγάλες εμπορικές ζώνες, η απομόνωση δεν είναι προστασία. Είναι αυτοϋπονόμευση.

[email protected]