Από τη μία πλευρά υπάρχει το πλήθος των ανόητων που καθημερινά φλυαρούν στα κοινωνικά δίκτυα, πλειοδοτώντας σε φθηνό πατριωτισμό. Ανοησίες του τύπου «στρίβουν εύκολα τα F-35» ή «μας πούλησαν φρεγάτες χωρίς φουγάρα». Λες και οι Belh@ra κινούνται καίγοντας κάρβουνο για να διαθέτουν τρία φουγάρα, όπως το «Γεώργιος Αβέρωφ».
Οι Κώστας Καραμανλής και Αντώνης Σαμαράς, επιχειρούν τα τελευταία χρόνια να καταστούν επικεφαλής των «πατριο-ψεκασμένων».
Από την άλλη πλευρά έχουμε τους ανόητους «πουρκουάδες» της Αριστεράς και τις θεωρίες ότι ο εξοπλισμός αφορά αποκλειστικά την προάσπιση των συμφερόντων της αστικής τάξης και του κεφαλαίου και όχι του λαού.
Μεταξύ της «Σκύλλας και της Χάρυβδης» του λαϊκισμού των δύο άκρων, υπήρξαν τις τελευταίες ημέρες δύο δηλώσεις που δεν πρέπει να περάσουν απαρατήρητες.
Η πρώτη προήλθε από τον Υπουργό Εξωτερικών της Τουρκίας, Χακάν Φιντάν, στο πλαίσιο της προαναγγελίας της επικείμενης συνάντησης Κυριάκου Μητσοτάκη – Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Ερωτηθείς από τον ανταποκριτή του ΣΚΑΪ στην Κωνσταντινούπολη, Μανώλη Κωστίδη, για το τι μπορούμε να περιμένουμε από τη συνάντηση των δύο ηγετών, ο κ. Φιντάν υπογράμμισε: «Να λύσουμε μόνιμα το πρόβλημα του Αιγαίου — θέματα όπως χωρικά ύδατα, υφαλοκρηπίδα — και να βάλουμε σε παρένθεση τα θέματα της εξωτερικής πολιτικής».
Μέχρι πριν από λίγο καιρό είχαμε συνηθίσει σε κραυγές τύπου «θα ’ρθουμε κάποια νύχτα ξαφνικά», σε προϋποθέσεις αφοπλισμού των νησιών και σε μαξιμαλισμούς της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Το εξοπλιστικό πρόγραμμα, η προνομιακή σχέση με τις ΗΠΑ ως προς τον ενεργειακό ρόλο της Ελλάδας, αλλά κυρίως η στρατηγική σχέση με το Ισραήλ στην Ανατολική Μεσόγειο, αναγκάζουν την Τουρκία να προχωρήσει σε μια μεγάλη στροφή.
Υπό αυτό το πρίσμα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχαν τις τελευταίες ημέρες και οι δηλώσεις του Έλληνα Υπουργού Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη.
Ο Υπουργός Εξωτερικών, απαντώντας σε ερώτηση στη Βουλή, ανέφερε: «Μας κατηγορείτε για ατολμία και για δεδομένους συμμάχους; Εμάς; Εκτός από τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, έχουμε και τα θαλάσσια πάρκα, που κατοχυρώνουν την κυριαρχία μας και εξουδετερώνουν οποιαδήποτε αξίωση για τις ζώνες κυριαρχίας. Είναι η πρώτη φάση και θα ακολουθήσουν κι άλλες.
Έχουμε το θαλάσσιο πάρκο Αιγαίο 1 και θα έρθει και το 2 — μην ανησυχείτε. Θα έρθει όπως ήρθε η επέκταση στα 12 ναυτικά μίλια, όπως ήρθε η συμφωνία με την Αίγυπτο, όπως ήρθε η συμφωνία με την Ιταλία, όπως θα έρθει και η επέκταση των χωρικών υδάτων».
Το νόημα που προκύπτει πίσω από τις γραμμές των δηλώσεων των δύο Υπουργών (Φιντάν – Γεραπετρίτη) συνιστά μια τεράστια ανατροπή στις μέχρι πρότινος σχέσεις και στο ισοζύγιο ισχύος μεταξύ των δύο χωρών και των διαφορών τους.
Η ενεργειακή συμμαχία με τις ΗΠΑ, αλλά κυρίως η αμυντική συνεργασία με το Ισραήλ και την Κύπρο, φαίνεται πως πιέζουν την Τουρκία στο μαλακό της υπογάστριο.
📬🖊️ Επιστολές αναγνωστών
"Πώς η Ελλάδα μπορεί να γίνει Ισραήλ"
Αγαπητέ κ. Στούπα,
Η ανάλυσή σας για τη φορολογική στρατηγική και την αμυντική αυτονομία του Ισραήλ στο εξαιρετικό άρθρο σας «Πώς η Ελλάδα μπορεί να γίνει Ισραήλ», αγγίζει τον πυρήνα της οικονομικής λογικής. Ωστόσο, για να ολοκληρωθεί η εικόνα του πώς μια χώρα με το μέγεθος του Ισραήλ κατάφερε να γίνει τεχνολογική υπερδύναμη, είναι απαραίτητο να αναδείξουμε τον ρόλο-κλειδί της Εκπαίδευσης και της Έρευνας.
Στο Ισραήλ, το Πανεπιστήμιο δεν είναι ένας απομονωμένος χώρος θεωρητικής γνώσης, αλλά ο βασικός πυλώνας της καινοτομίας.
Κάθε μεγάλο ισραηλινό πανεπιστήμιο (όπως το Technion ή το Hebrew University) διαθέτει εταιρείες μεταφοράς τεχνολογίας. Αυτές οι εταιρείες κατοχυρώνουν πατέντες για τις ανακαλύψεις των καθηγητών και των φοιτητών και τις μετατρέπουν σε startups, δημιουργώντας μια άμεση γέφυρα μεταξύ εργαστηρίου και παραγωγής.
Η εκπαίδευση στο Ισραήλ δεν σταματά στο σχολείο. Οι επίλεκτες τεχνολογικές μονάδες του στρατού (όπως η περίφημη Unit 8200) λειτουργούν ως τα κορυφαία μεταπτυχιακά προγράμματα του κόσμου. Εκεί, οι νέοι εκπαιδεύονται σε συνθήκες πραγματικής πίεσης στην κυβερνοασφάλεια και την τεχνητή νοημοσύνη, αποκτώντας νοοτροπία επίλυσης προβλημάτων (problem-solving) πριν καν μπουν στο πανεπιστήμιο.
Το Ισραήλ επενδύει σταθερά ένα από τα υψηλότερα ποσοστά του ΑΕΠ παγκοσμίως στην Έρευνα και Ανάπτυξη (R&D). Η παιδεία τους καλλιεργεί την κουλτούρα της «δημιουργικής αμφισβήτησης» (Chutzpah), η οποία ενθαρρύνει τους φοιτητές να παίρνουν ρίσκα και να μην φοβούνται την αποτυχία.
Αν η Ελλάδα επιθυμεί να ακολουθήσει αυτό το μονοπάτι, δεν αρκεί μόνο να μειώσει τους φόρους. Πρέπει να απελευθερώσει τα Πανεπιστήμια από τη γραφειοκρατία, να ενθαρρύνει την ιδιωτική έρευνα εντός των ιδρυμάτων και να σταματήσει να αντιμετωπίζει την αριστεία και την επιχειρηματικότητα ως «ξένα σώματα» στην εκπαιδευτική διαδικασία.
Η απουσία ενός εκπαιδευτικού οικοσυστήματος ικανού να διαμορφώσει επιστημονικό δυναμικό παγκόσμιας εμβέλειας, καθιστά κάθε φορολογική ελάφρυνση ένα δώρο άδωρο.
Με εκτίμηση,
Δημήτριος Στασινός
