Μετά την πολυετή περίοδο της κρίσης, η αύξηση των ενεργών κωδικών στο Χρηματιστήριο Αθηνών αποτέλεσε ένα από τα βασικά ζητούμενα της αγοράς. Αν ανατρέξουμε στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, θα διαπιστώσουμε ότι το 2010 πραγματοποιούσαν πράξεις στο ΧΑ κατά μέσο όρο 56.418 κωδικοί τον μήνα - σχεδόν διπλάσιοι από τους 25.573 που καταγράφηκαν το 2025.
Κι όμως, οι 56.418 ενεργοί κωδικοί του 2010 αντιστοιχούν περίπου στο μισό των 100.218 κωδικών που κινούνταν μηνιαίως το 2007.
Συνεπώς, από τα υψηλά της εικοσαετίας η απόσταση παραμένει μεγάλη.
Η συρρίκνωση του ενδιαφέροντος μετά το 2010 συνδέθηκε άμεσα με τη δραματική διπλή κατάρρευση των τραπεζικών μετοχών, δεδομένου ότι μεγάλο μέρος των ενεργών κωδικών ήταν τοποθετημένο στον κλάδο. Παράλληλα, οι υψηλές αποδόσεις των ξένων αγορών την περίοδο 2009–2019, η εξάπλωση των crypto, η άνοδος των πλατφορμών χαμηλού κόστους και η έξοδος εισηγμένων εταιρειών από το ΧΑ συμπλήρωσαν την εικόνα φυγής κεφαλαίων και συμμετεχόντων.
Το 2016 οι ενεργοί κωδικοί υποχώρησαν στις 16.000, ενώ τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς καταγράφηκε η χαμηλότερη επίδοση από το 2000 -από τότε υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία- με μόλις 10.000 ενεργούς κωδικούς. Ήταν το χαμηλότερο σημείο της εικοσαετίας και αποτύπωνε το βάθος της απαξίωσης.
Έκτοτε, η εικόνα βελτιώθηκε αισθητά. Ο αριθμός σταθεροποιήθηκε πάνω από τις 20.000 μετά την αλλαγή κυβέρνησης το 2019, χωρίς ωστόσο να εμφανίσει δυναμική ανάλογη με τις αποδόσεις του Γενικού Δείκτη του ΧΑ. Η παραγωγή νέων κωδικών ανά μήνα κινείται σε σχετικά σταθερά επίπεδα -περίπου 2.000–2.500 νέοι κωδικοί μηνιαίως- εξέλιξη που οφείλεται κυρίως σε δύο βασικούς παράγοντες:
- α) Στη μείωση του αριθμού των εγχώριων χρηματιστηριακών εταιρειών, γεγονός που μεταφράζεται σε περιορισμένους επιχειρησιακούς πόρους για τη διεκπεραίωση και ενεργοποίηση νέων κωδικών.
- β) Στη γραφειοκρατική επιβάρυνση που επιβάλλει το πλαίσιο της MiFID II, η οποία λειτουργεί σχεδόν αποτρεπτικά ως προς τη γρήγορη και απρόσκοπτη έναρξη συναλλακτικής δραστηριότητας.
Κατά καιρούς, βέβαια, παρατηρούνται εξάρσεις τόσο στη συμμετοχή όσο και στη δημιουργία νέων μερίδων. Οι εξάρσεις αυτές συνδέονται κυρίως με εταιρικές πράξεις -αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, εκδόσεις ομολόγων ή νέες εισαγωγές- χωρίς ωστόσο να αποκτούν μόνιμο χαρακτήρα.
Υπό αυτό το πρίσμα, η μέτρηση του φετινού Ιανουαρίου αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Οι μερίδες που πραγματοποίησαν έστω και μία πράξη σε μετοχές του ΧΑ ξεπέρασαν τις 33.000 - η υψηλότερη επίδοση από τον Νοέμβριο του 2021. Τότε, η αυξημένη συμμετοχή είχε συνδεθεί με την ανοικτή αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της ΔΕΗ, η οποία είχε συγκεντρώσει σημαντική υπερκάλυψη. Φέτος, όμως, δεν υπήρξε κάποιο αντίστοιχο ειδικό γεγονός.
Η επίδοση του Ιανουαρίου είναι αυξημένη κατά 41% σε σχέση με τον περσινό Ιανουάριο και κατά 26% σε σχέση με τον Δεκέμβριο. Και δεδομένου ότι δεν υπήρξε κάποια έκτακτη εταιρική πράξη που να δικαιολογεί τη διεύρυνση της συμμετοχής -πέραν της ανόδου της αγοράς- μπορούμε να την εκλάβουμε ως μια υγιή ένδειξη διεύρυνσης της επενδυτικής βάσης.
Το ερώτημα δεν είναι αν το ΧΑ θα επιστρέψει στα νούμερα του 2007. Οι συνθήκες, η τεχνολογία και οι επενδυτικές επιλογές έχουν αλλάξει ριζικά. Το ζητούμενο είναι αν μπορεί να χτίσει μια σταθερά διευρυνόμενη βάση ενεργών επενδυτών που να ακολουθεί την αγορά όχι μόνο στις κορυφές αλλά και στις φάσεις ωρίμανσης. Η αύξηση των 33.000 ενεργών κωδικών δεν αποτελεί από μόνη της καμπή.
Είναι όμως ένα ποιοτικό σήμα: η άνοδος της αγοράς φαίνεται να προσελκύει νέα και επανενεργοποιημένα κεφάλαια χωρίς να στηρίζεται αποκλειστικά σε εταιρικά γεγονότα. Αν η τάση αυτή αποκτήσει συνέχεια, τότε ίσως η απόσταση από τα ιστορικά υψηλά να μην μοιάζει τόσο απρόσιτη όσο έδειχνε τα προηγούμενα χρόνια. Και αυτό θα έχει αντανάκλαση και στην αποτίμηση της Αγοράς.
