Έχουν περάσει τέσσερα χρόνια από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και, παρά την έντονη μεταβλητότητα που καταγράφηκε στις πρώτες ημέρες του πολέμου, η ελληνική αγορά διαπραγματεύεται σήμερα 139% υψηλότερα σε επίπεδο Γενικού Δείκτη. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει πλήρως τη σημαντική αύξηση της κεφαλαιοποίησης του Χρηματιστηρίου Αθηνών, η οποία από τα €65,7 δισ. έχει ανέλθει πρόσφατα στα €157 δισ.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η επίδραση του γεωπολιτικού παράγοντα υποχώρησε σταδιακά, παραχωρώντας τη θέση της στα θεμελιώδη μεγέθη, στις επιχειρηματικές συμφωνίες και σε μια σειρά παραμέτρων που σχετίζονται με τα ειδικά χαρακτηριστικά της ελληνικής αγοράς, όπως οι αναβαθμίσεις πιστοληπτικής ικανότητας, η αλλαγή κατηγοριοποίησης και η ενίσχυση της επενδυτικής βάσης.
Παράλληλα, δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι στο ίδιο χρονικό διάστημα το διεθνές οικονομικό περιβάλλον επιβαρύνθηκε εκ νέου από πρόσθετες γεωπολιτικές αβεβαιότητες, όπως οι εξελίξεις στη Γάζα και η ένταση στη Μέση Ανατολή με επίκεντρο το Ιράν, χωρίς ωστόσο αυτές να ανατρέψουν τη μακροπρόθεσμη ανοδική δυναμική της ελληνικής αγοράς.
Αναμφίβολα, ο παράγοντας που διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο ήταν η σημαντική αύξηση της κερδοφορίας των εισηγμένων εταιρειών, σε συνδυασμό με τα διαδοχικά ρεκόρ επιδόσεων, τα οποία συνοδεύτηκαν από αντίστοιχες θετικές αναθεωρήσεις τιμών-στόχων. Οι εταιρείες του FTSE-25, που διαμορφώνουν σε μεγάλο βαθμό την τάση και το κλίμα της αγοράς, εισήλθαν στην περίοδο της ουκρανικής κρίσης με συνολικές ζημίες €1,5 δισ., λόγω των αυξημένων προβλέψεων των τραπεζών για τη συμμετοχή τους στο πρόγραμμα κρατικών εγγυήσεων «Ηρακλής», εξέλιξη η οποία ήταν ήδη γνωστή από τα μέσα του 2021.
Οι εν λόγω ζημίες αποδίδονται κυρίως στις προβλέψεις ύψους €5,9 δισ. που κατέγραψαν η Alpha Bank και η Τράπεζα Πειραιώς. Παρά το αρνητικό αυτό αποτύπωμα, την ίδια περίοδο τα οργανικά κέρδη των εμποροβιομηχανικών εταιρειών κατέγραψαν εντυπωσιακή αύξηση 63%, υπερβαίνοντας τα €10,3 δισ., εξέλιξη που ερμηνεύθηκε από την αγορά ως ισχυρή και υγιής ένδειξη για τη συνέχεια.
Κλείνοντας τον τέταρτο χρόνο από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η καθαρή κερδοφορία των εταιρειών του FTSE-25 εκτιμάται ότι θα προσεγγίσει τα €10,7 δισ.. Σε επίπεδο συνόλου εισηγμένων, η επίδοση ενδέχεται να κινηθεί κοντά στα €11 δισ., ωστόσο, σε σχέση με τις αρχικές εκτιμήσεις για ένα ακόμη ιστορικό υψηλό καθαρών κερδών το 2025, οι μέχρι στιγμής ενδείξεις συγκλίνουν προς μια χρονιά οριακής υστέρησης. Αντίστοιχη εικόνα διαμορφώνεται και στο μέτωπο των μερισμάτων, τα οποία εκτιμάται ότι δύσκολα θα υπερβούν τα €5,4 δισ., περιορίζοντας τις προσδοκίες για νέα ρεκόρ διανομών.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η στάση της αγοράς θα πρέπει να παραμείνει συγκρατημένα αισιόδοξη, καθώς ακόμη και ελλείψει άμεσης λύσης στο γεωπολιτικό σκέλος και ειδικότερα στο ζήτημα της λήξης του πολέμου, οι εισηγμένες εταιρείες φαίνεται να κρατάνε στα χέρια τους τον έλεγχο της πορείας τους στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Τα επιχειρηματικά πλάνα, η επικαιροποίηση των στόχων και η ανανέωση των προσδοκιών αναμένεται να αποτελέσουν τους βασικούς καταλύτες για τη συνέχεια εξισορροπώντας τις όποιες αρνητικές επιπτώσεις έρθουν από το γεωπολιτικό πεδίο.
Η πορεία των κερδών 2021 – 2025 και η απόδοση των μετοχών του FTSE-25

