Καλώς ήρθαμε στο 2026, ίσως την πιο αμφίρροπη χρηματιστηριακή χρονιά της τελευταίας δεκαετίας. Αν πέρυσι, στο ξεκίνημα της χρονιάς, κυριαρχούσε αβίαστα ένα πλειοψηφικό κλίμα αισιοδοξίας, το 2026 ξεκινά με σαφώς μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα.
Αφενός, οι επενδυτικές ιδέες είναι πιο περιορισμένες λόγω των υψηλών προσδοκιών που έχουν ήδη ενσωματωθεί στις αποτιμήσεις. Αφετέρου, οι εστίες αβεβαιότητας που έχουν συσσωρευτεί τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων καθιστούν πιο σύνθετα τα κριτήρια επιλογής ενός αποτελεσματικού επενδυτικού χαρτοφυλακίου.
Το 2025 ήταν μια εξαιρετική χρονιά για το Χρηματιστήριο Αθηνών: 50 μετοχές σημείωσαν απόδοση υψηλότερη από την εντυπωσιακή επίδοση του Γενικού Δείκτη (+44,3%), ενώ συνολικά 124 μετοχές έκλεισαν τη χρονιά με θετικό πρόσημο, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα μερίσματα που διανεμήθηκαν. Μπορεί αυτό το φαινόμενο να επαναληφθεί φέτος σε ανάλογη έκταση;
Δύσκολο, αλλά όχι αδύνατο. Η φετινή χρονιά δεν θα κριθεί αποκλειστικά από τις λειτουργικές επιδόσεις των εταιρειών, αλλά και από παραμέτρους όπως οι επιχειρηματικές συμφωνίες, η γεωπολιτική κατάσταση και η διαμόρφωση των εγχώριων πολιτικών ισορροπιών από το φθινόπωρο και μετά. Κάθε ένας από αυτούς τους παράγοντες επηρεάζει διαφορετικά τους οικονομικούς κλάδους, ανάλογα με τον βαθμό εξωστρέφειας και τη γεωγραφική διασπορά των δραστηριοτήτων τους.
Για παράδειγμα, αν και η Βενεζουέλα αποτελεί έναν μακρινό γεωγραφικό χώρο επιρροής για τα ελληνικά δεδομένα, οι διακυμάνσεις στις τιμές του αργού πετρελαίου έχουν άμεσο και μετρήσιμο αντίκτυπο στο κόστος λειτουργίας πολλών εταιρειών.
Αντίθετα, η Ουκρανία – παρότι γεωγραφικά πιο κοντά – μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης θετικών εξελίξεων: μια ενδεχόμενη παύση του πολέμου θα μπορούσε να σηματοδοτήσει την έναρξη ενός εκτεταμένου επενδυτικού προγράμματος αποκατάστασης βασικών υποδομών, με άμεσο όφελος για συγκεκριμένους εγχώριους βιομηχανικούς και κατασκευαστικούς κλάδους.
Πρώτο ζητούμενο, λοιπόν, η επιστροφή στην ποιότητα. Ειδικά σε μετοχές που «δίνουν κάτι πίσω» στον μέτοχο: σταθερά μερίσματα και ικανοποιητική ορατότητα κερδοφορίας λειτουργούν ως ασπίδα σε ένα δυσμενές σενάριο, το οποίο μπορεί να λάβει τα χαρακτηριστικά μιας γενικευμένης διόρθωσης στις αγορές.
Δεύτερο ζητούμενο, ο κύκλος εξαγορών και συγχωνεύσεων. Παραδοσιακά, τέτοιες κινήσεις υλοποιούνται με υπερτιμήματα και ενισχύουν τις αποτιμήσεις των εμπλεκόμενων εταιρειών. Ωστόσο, σε προεκλογικές περιόδους η δραστηριότητα αυτή τείνει να «παγώνει». Επομένως, αν πρόκειται να δούμε κάτι ουσιαστικό, αυτό πιθανότατα θα συμβεί έως το φθινόπωρο. Οι κλάδοι των τραπεζών και της ενέργειας συγκεντρώνουν τις περισσότερες πιθανότητες να βρεθούν στο επίκεντρο ενός τέτοιου κύκλου.
Συνδυαστικά, τα ικανοποιητικά μερίσματα και τα επικαιροποιημένα επιχειρηματικά πλάνα καλύπτουν το πρώτο ζητούμενο και μπορούν να αποτελέσουν τον βασικό κορμό ενός ισορροπημένου χαρτοφυλακίου. Πέραν της ενέργειας και των τραπεζών, την εικόνα συμπληρώνουν οι κατασκευές – ιδίως όσες έχουν αυξημένο αποτύπωμα σε παραχωρήσεις, υψηλό ανεκτέλεστο και μακροχρόνιες συμβάσεις – το οργανωμένο λιανικό εμπόριο, καθώς και επιλεγμένες βιομηχανικές εταιρείες με εξαγωγικό προσανατολισμό και ισχυρό ισολογισμό.
Πάμε λοιπόν σε ένα πιο κλειστό rotation φέτος. Λιγότερα ονόματα, περισσότερη πειθαρχία και σαφώς μεγάλη σημασία στο πότε και όχι μόνο στο τι. Το 2026 δεν δείχνει χρονιά για ανοιχτά πανιά και «αγόρασε ό,τι κινείται», αλλά για επιλεκτικές τοποθετήσεις, προσεκτικό timing και διαχειριστικό ορθολογισμό.
