Μια εξαιρετική επενδυτική επιλογή, εναλλακτικά των καταθέσεων με επιτόκιο.
Εταιρικά ομόλογα: Υψηλές σταθερές αποδόσεις, χαμηλός κίνδυνος
Shutterstock
Shutterstock

Εταιρικά ομόλογα: Υψηλές σταθερές αποδόσεις, χαμηλός κίνδυνος

Μια εξαιρετική επενδυτική επιλογή, εναλλακτικά των καταθέσεων με επιτόκιο.

Άνευ ετέρου, η αγορά σταθερού εισοδήματος έχει μεγάλο ενδιαφέρον αυτό το διάστημα.

Η δικαιολογητική βάση εδράζεται επί της πολιτικής υψηλών επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), η οποία έλαβε προ καιρού τα μέτρα της ώστε ο ασύμμετρα αυξημένος πληθωρισμός του 2022 να μην προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στο οικονομικό της σύστημα.

Και με δεδομένη την ισχυρή συσχέτιση των επιτοκίων αναφοράς της ΕΚΤ (αναφερόμαστε στο Επιτόκιο Προσφοράς για Πράξεις Κύριας Αναχρηματοδότησης-ΜRO) με τις αποδόσεις των προϊόντων σταθερού εισοδήματος (Απόδοση στη Λήξη-ΥΤΜ), οι επενδυτές απολαμβάνουν αντίστοιχα «υψηλές» αποδόσεις.

Το τελευταίο είναι αληθές τόσο για την αγορά κρατικών ομολόγων, όσο και των εταιρικών, τουλάχιστον στο φάσμα εκείνων που α) εκδίδονται σε ευρώ και β) μεσοσταθμικά ενσωματώνουν από χαμηλό έως και μέτριο συνολικό κίνδυνο, εξαιρώντας εκδότες πολύ χαμηλής πιστοληπτικής διαβάθμισης. Το ίδιο προφανώς ισχύει και για τα έντοκα γραμμάτια.

Να σημειωθεί δε, πως κατά γενική ομολογία, οι τρέχουσες συνθήκες αναμένεται να μεταβληθούν σύντομα, καθώς η ΕΚΤ έχει κάθε λόγο να μειώσει σταδιακά τα επιτόκιά της, μειώνοντας κατ’ αναλογία και τις αποδόσεις των επενδυτών.

Στο εγχώριο οικοσύστημα, υπάρχουν αρκετές και πολύ αξιόλογες επιλογές σε αυτήν την κατηγορία. Ενδεικτικά, τα Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου (ΟΕΔ), τα Έντοκα Γραμμάτια Ελληνικού Δημοσίου (ΕΓΕΔ) και τα Εταιρικά Ομόλογα (είτε OTC, ή εισηγμένα).

Εν ολίγοις, με άξονα περιστροφής την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, ο κίνδυνος «χώρας» έχει εκμηδενιστεί, αν δεχτούμε ότι υφίστανται πλείονες παράγοντες που το αποδεικνύουν, όπως και εκλείπουν άλλοι τόσοι που θα το αντέκρουαν. Και οι οποίοι εξ αρχής οδήγησαν τους Οίκους (εξαιρ. Moody’s) να αξιολογήσουν τοιουτοτρόπως. Η δευτερογενής αγορά συνεπικουρεί, καθώς το spread του ελληνικού 10ετούς έναντι του αντίστοιχου γερμανικού ομολόγου βρίσκεται στις 95 μ.β., σε επίπεδα 2008.

Εστιάζοντας στα εταιρικά εισηγμένα, φαίνεται ότι προς το παρόν κάποια εξ αυτών προσφέρουν έναν υψηλότατο λόγο απόδοσης-κινδύνου, τουλάχιστον σε σχέση με άλλες επιλογές παρεμφερών χαρακτηριστικών παγκοσμίως.

Αυτό μπορεί να επεξηγηθεί εν μέρει από την αδυναμία μεγαλύτερων θεσμικών κεφαλαίων να τοποθετηθούν με άνεση, ή ακόμα και από το «μικρό» σχετικά μέγεθος σε κεφαλαιοποίηση των εταιρειών-εκδοτών, κάτι που λειτουργεί αποτρεπτικά σε κάποιον που έχει συνολική εικόνα της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας αγοράς εταιρικών ομολόγων.

Ο παρακάτω πίνακας συνοψίζει τις εισηγμένες ομολογίες. Σε πρώτη ανάγνωση, οι αποδόσεις στη λήξη είναι αισθητά ανώτερες και των ΕΓΕΔ (περ. 3,7-3,8%) και των ΟΕΔ (από 2,8% ληξ. 2026 έως 3,8% ληξ. 2052).

Κι αν ένας λόγος είναι ο (περιορισμένος) κίνδυνος εκδότη, καθώς μιλάμε για εταιρείες και όχι κράτη, ο άλλος λόγος είναι το καθεστώς φορολόγησης για τα εταιρικά (15%) και το εκάστοτε κόστος αγοραπωλησίας, που απομειώνουν την «καθαρή» απόδοση.

Στη συναλλακτική πρακτική, προσιδιάζουν τις μετοχές. Η τιμή συναλλαγής ταλαντώνεται γύρω από το 100, η οποία είναι η τιμή «στο άρτιο» όσο χαμηλότερη είναι η τιμή συναλλαγής από την τιμή «στο άρτιο», τόσο υψηλότερη και η απόδοση στη λήξη. Κάτι που φαίνεται και στον πίνακα. Εξάλλου, εδώ δεν χρησιμοποιείται και η έννοια του δεδουλευμένου τόκου.

Η απόδοση στη λήξη, ως γνωστόν, εμπεριέχει τόσο τις ονομαστικές καταβολές κουπονιών (επί τοις εκατό της ονομαστικής αξίας, ήτοι τα 1.000€ ελάχιστο) όσο και το κέρδος από τη διαφορά μεταξύ τιμής αγοράς και τιμή αποπληρωμής στη λήξη, η οποία είναι το 100, πλην περιπτώσεων εταιρικών γεγονότων (πρόωρης αποπληρωμής, ανάκλησης, κ.λπ) και φυσικά με προεξόφληση.

Ο επενδυτής μπορεί να δώσει εντολή αγοράς (ή πώλησης) στην τιμή που διαπραγματεύεται στο ταμπλό, και θα βλέπει στο χαρτοφυλάκιό του το επιλεχθέν σύμβολο. Αντίστοιχα, θα πιστώνεται στον λογαριασμό του το κουπόνι μετά φόρου, όταν πληρώνεται από τον εκδότη, όπως ακριβώς θα ελάμβανε μέρισμα από μία μετοχή. Προφανώς, στο χαρτοφυλάκιό του μπορεί να έχει παράλληλα και μετοχές και ομόλογα.

Πρέπει να επισημανθεί ότι η συγκεκριμένη αγορά (εταιρικών χρεογράφων) είναι πιο ρηχή από εκείνη των μετοχών. Στις περισσότερες περιπτώσεις χρειάζεται λίγη υπομονή με εντολές limit και όχι market, (ανάλογα φυσικά τη στρατηγική του επενδυτή), διότι το spread μεταξύ αγοράς και πώλησης μπορεί να είναι σημαντικό μέρος από τη συνολική (χαμηλή, σταθερή) απόδοση στη λήξη που υπολογίζεται εξαρχής. Ωστόσο, σε γενικές γραμμές δεν υπάρχουν σοβαρά προβλήματα, ειδικά για κάποιον που «κλειδώνει» μεσο-μακροπρόθεσμες αποδόσεις.

Κλείνοντας, τονίζουμε κι εδώ τη σημασία της διασποράς σε τέτοιου είδους χαρτοφυλάκια («ομολογιακά» ή «μικτά»). Ακόμα κι αν υπάρχουν εξαιρετικά ενδιαφέρουσες εκδόσεις με τον κίνδυνο να είναι μόνο σε θεωρητικό επίπεδο (λ.χ. ΜΟΗ, ΟΠΑΠ, ΜΥΤΙΛ, ΕΛΧΑ κ.α.), το κλειδί στην επιτυχία είναι να επιλέγουμε περισσότερους του ενός, ακόμα κι αν δεν έχουν όλοι την υψηλότερη απόδοση στη λήξη.

Με απλούς υπολογισμούς, ή τη συνδρομή του συμβούλου του καθενός, μπορεί επίσης να βγει μια ακριβέστερη τροποποιημένη διάρκεια ή/και σταθμισμένη απόδοση για μεγιστοποίηση των αποτελεσμάτων. Παράλληλα, μολονότι μια ομολογία απευθύνεται σε χαρτοφυλάκιο που δεν επιθυμεί σημαντική έκθεση σε αυξομειώσεις, τουλάχιστον ως προς την αναμενόμενη απόδοση στη λήξη της επένδυση, μολαταύτα εφόσον η κατάσταση στα επιτόκια αμβλυνθεί σημαντικά, τα ομόλογα θα επανέλθουν άμεσα πέριξ του αρτίου, κάτι που θα επιτρέψει στον κάτοχο να αποεπενδύσει συντομότερα. Και αφού, όπως είπαμε, ένα (μεγάλο) μέρος της απόδοσης έρχεται από τη χαμηλότερη του αρτίου τιμή, θα καρπωθεί υπεραποδόσεις πολύ νωρίτερα του αναμενομένου.

* Ο Συμεών Μαυρουδής, είναι οικονομολόγος LLM, MSc, Mutual Fund/Portfolio Manager