Περιθώρια ανάπτυξης στο ελληνικό delivery φαίνεται ότι «βλέπει» η Uber Eats και αποφάσισε να ξεκινήσει δραστηριότητα και στη χώρα μας. Η εταιρεία διανομής φαγητού με καταγωγή από το Σαν Φρανσίσκο αποτελεί θυγατρική της Uber Technologies και ετοιμάζει την επέκτασή της σε επτά ακόμη ευρωπαϊκές αγορές, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα.
Σήμα κατατεθέν της πλατφόρμας είναι το πράσινο λογότυπο και το χαρακτηριστικό «πράσινο κουτί», που αναμένεται να κάνει την εμφάνισή του και στους ελληνικούς δρόμους από το καλοκαίρι του 2026, σύμφωνα με πληροφορίες που βασίζονται σε σχετικό ρεπορτάζ των Financial Times.
Το σίγουρο είναι ότι η νέα αυτή είσοδος δεν θα πραγματοποιηθεί σε «παρθένο έδαφος». Στην ελληνική αγορά δραστηριοποιούνται ήδη ισχυροί παίκτες όπως η efood, η Wolt και το BOX, οι οποίοι έχουν διαμορφώσει σταθερές συνεργασίες με χιλιάδες καταστήματα και επενδύουν διαρκώς σε προωθητικές ενέργειες, συνδρομητικά προγράμματα και στρατηγικές συνέργειες με μεγάλους ομίλους.
Τα σχέδια για την ελληνική αγορά
Με βάση τις πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί, η Uber Eats σχεδιάζει να ξεκινήσει τη λειτουργία της στην Ελλάδα στις αρχές του καλοκαιριού του 2026. Μέσω της εφαρμογής, οι καταναλωτές θα μπορούν να παραγγέλνουν όχι μόνο γεύματα από εστιατόρια, αλλά και προϊόντα καθημερινής ανάγκης από συνεργαζόμενα καταστήματα λιανικής.
Η εμπειρία χρήσης θα ακολουθεί το διεθνές μοντέλο της πλατφόρμας, ήτοι οι χρήστες θα περιηγούνται σε διαθέσιμα καταστήματα στην περιοχή τους, θα ολοκληρώνουν την παραγγελία ψηφιακά και θα παρακολουθούν την πορεία της σε πραγματικό χρόνο, από τη στιγμή που ο διανομέας την παραλαμβάνει έως την παράδοση στην πόρτα τους.
Για τις τοπικές επιχειρήσεις εστίασης και λιανεμπορίου, η είσοδος της Uber Eats δημιουργεί έναν ακόμη δίαυλο πωλήσεων. Η πλατφόρμα υπόσχεται πρόσβαση σε μια ευρεία βάση χρηστών, καθώς και αξιοποίηση του δικτύου διανομής της Uber, δίνοντας τη δυνατότητα επέκτασης πέρα από το φυσικό κατάστημα. Παράλληλα, προβλέπεται η παροχή εργαλείων ανάλυσης δεδομένων και υποστήριξης marketing, που στοχεύουν στη βελτιστοποίηση των πωλήσεων και της λειτουργικής αποδοτικότητας των συνεργατών.
Στελέχη της εταιρείας εμφανίζονται αισιόδοξα για τις προοπτικές της ελληνικής αγοράς. Σε δηλώσεις της, η Περιφερειακή Γενική Διευθύντρια της Uber Eats για τη Δυτική και Νότια Ευρώπη, Courtney Tims, σημείωσε ότι η Ελλάδα παρουσιάζει σημαντικές ευκαιρίες ανάπτυξης, τονίζοντας πως η νέα υπηρεσία φιλοδοξεί να διευκολύνει την καθημερινότητα των πολιτών, προσφέροντας γρήγορη και αξιόπιστη πρόσβαση σε τοπικές επιχειρήσεις.
Στόχος η ενίσχυση των εσόδων στην Ευρώπη
Η επέκταση στην Ελλάδα εντάσσεται σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλάνο. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ των Financial Times, η Uber Eats επιδιώκει μέσω της εισόδου της σε επτά νέες αγορές να προσθέσει περίπου 1 δισ. δολάρια σε έσοδα μέσα στην επόμενη τριετία.
Η στρατηγική αυτή υλοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία η Uber ενισχύει το αποτύπωμά της σε βασικές ευρωπαϊκές χώρες, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία, η Γαλλία και η Ισπανία. Η αύξηση του μεριδίου αγοράς σε αυτές τις αγορές λειτουργεί ως «προίκα» για την περαιτέρω γεωγραφική επέκταση, σε μια συγκυρία όπου ο κλάδος του online delivery έχει ωριμάσει αλλά εξακολουθεί να παρουσιάζει ευκαιρίες συγκέντρωσης.
Η Ελλάδα, με υψηλή διείσδυση του delivery στις αστικές περιοχές και έντονη κουλτούρα κατανάλωσης εκτός σπιτιού, θεωρείται από αναλυτές μια αγορά με δυναμική, παρά τον ισχυρό ανταγωνισμό.
Μια αγορά άνω του 1,5 δισ. ευρώ
Η εγχώρια αγορά delivery εκτιμάται ότι προσεγγίζει ή και ξεπερνά τα 1,5 δισ. ευρώ ετησίως, αν συνυπολογιστούν τόσο οι ψηφιακές πλατφόρμες όσο και το παραδοσιακό τηλεφωνικό delivery.
Παράλληλα, η Uber δεν ξεκινά από μηδενική βάση. Η παρουσία της μητρικής εταιρείας στον τομέα των μετακινήσεων και η διεθνής αναγνωρισιμότητα του brand ενδέχεται να λειτουργήσουν υποστηρικτικά στην ταχεία απόκτηση μεριδίου αγοράς.
Το σίγουρο είναι ότι η επικείμενη είσοδος της Uber Eats διαμορφώνει ένα νέο τοπίο στον κλάδο του online delivery. Από τη μία πλευρά, οι καταναλωτές αναμένεται να επωφεληθούν από μεγαλύτερη ποικιλία επιλογών και πιθανώς πιο ανταγωνιστικές τιμές. Από την άλλη, οι επιχειρήσεις εστίασης και λιανεμπορίου θα κληθούν να αξιολογήσουν το κόστος και τα οφέλη της συνεργασίας με μία ακόμη πλατφόρμα.
