Με έντονα θετικό πρόσημο έκλεισε το 2025 για τον κλάδο των σούπερ μάρκετ, σύμφωνα με τα στοιχεία της NielsenIQ, τα οποία αποτυπώνουν μια ακόμη χρονιά ισχυρής ανάπτυξης για το οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων.
Οι συνολικές πωλήσεις των καταστημάτων άνω των 100 τετραγωνικών μέτρων σε Ηπειρωτική Ελλάδα, Κρήτη και νησιά Ιονίου και Αιγαίου ανήλθαν στα 16,2 δισ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 7,1% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Πρόκειται για μια επίδοση που επιβεβαιώνει τη σταθερή θέση των σούπερ μάρκετ ως βασικού πυλώνα της κατανάλωσης, ακόμη και σε περιόδους έντονων οικονομικών πιέσεων.
Η εικόνα που προκύπτει από τα δεδομένα δείχνει ότι η ανάπτυξη δεν ήταν μονοδιάστατη. Τα φρέσκα και χύμα προϊόντα, όπως κρέας, ψάρια, φρούτα και λαχανικά, κινήθηκαν με τους υψηλότερους ρυθμούς, ενώ ιδιαίτερη δυναμική κατέγραψαν και οι κατηγορίες μη τροφίμων, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι καταναλωτές εξακολουθούν να καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα αναγκών μέσω των μεγάλων αλυσίδων.
Ζήτηση και όχι ανατιμήσεις πίσω από την ανάπτυξη
Σε αντίθεση με τη διαδεδομένη αντίληψη ότι η αύξηση του τζίρου οφείλεται αποκλειστικά στις ανατιμήσεις, τα στοιχεία δείχνουν πως βασικός μοχλός ανάπτυξης το 2025 ήταν η ζήτηση. Τα ταχυκίνητα καταναλωτικά προϊόντα, που αποτελούν τη «ραχοκοκαλιά» των πωλήσεων, αντιστοιχούν σε περίπου τρία τέταρτα της συνολικής αξίας του οργανωμένου λιανεμπορίου και κινήθηκαν ανοδικά, κυρίως λόγω αύξησης των πωλούμενων όγκων. Η μέση τιμή του καλαθιού ενισχύθηκε με σαφώς πιο ήπιους ρυθμούς, γεγονός που αποδυναμώνει το αφήγημα περί ανεξέλεγκτης κερδοφορίας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι αυξήσεις μέσης τιμής παρατηρούνται ουσιαστικά μόνο στα τυποποιημένα τρόφιμα και ποτά, ενώ σε αρκετές κατηγορίες μη τροφίμων συνεχίστηκαν και το 2025 οι αποπληθωριστικές τάσεις. Προϊόντα φροντίδας σπιτιού και προσωπικής υγιεινής εμφάνισαν μειώσεις τιμών, αποτυπώνοντας τον έντονο ανταγωνισμό μεταξύ των αλυσίδων και τις προσπάθειες συγκράτησης του κόστους για τον καταναλωτή.
Η γεωγραφία των πωλήσεων και ο ρόλος του τουρισμού
Η ανάπτυξη των σούπερ μάρκετ δεν ήταν ομοιόμορφη σε όλη τη χώρα. Οι τουριστικές περιοχές κατέγραψαν για ακόμη μία χρονιά τις υψηλότερες επιδόσεις, με τα νησιά και την Κρήτη να ξεχωρίζουν. Η αυξημένη παρουσία επισκεπτών, σε συνδυασμό με την τάση για κατανάλωση εντός καταλύματος, ενίσχυσε σημαντικά τις πωλήσεις, επιβεβαιώνοντας τη στενή διασύνδεση του κλάδου με τον τουρισμό.
Την ίδια στιγμή, η Αττική, αν και συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μερίδιο της συνολικής κατανάλωσης, κινήθηκε με πιο συγκρατημένους ρυθμούς. Παράλληλα, η στροφή των αλυσίδων σε μικρότερα καταστήματα γειτονιάς και μοντέλα «ευκολίας» φαίνεται να έχει αλλάξει τις ισορροπίες, επηρεάζοντας αρνητικά το παραδοσιακό λιανεμπόριο, όπως τα περίπτερα και τα ψιλικατζίδικα.
Η ακρίβεια επιμένει, αλλά οι αιτίες βρίσκονται αλλού
Παρά τη θετική πορεία των πωλήσεων, η καθημερινότητα των νοικοκυριών παραμένει δύσκολη. Η ακρίβεια στα τρόφιμα συνεχίζει να πιέζει τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, με τον πληθωρισμό να παραμένει επίμονος. Ωστόσο, τα δεδομένα της αγοράς και οι επίσημες τοποθετήσεις του κλάδου συγκλίνουν στο ότι τα σούπερ μάρκετ δεν αποτελούν την πηγή των ανατιμήσεων.
Όπως έχει επισημανθεί από την Ένωση Σούπερ Μάρκετ Ελλάδος, μεγάλο μέρος των αυξήσεων προέρχεται από το κόστος παραγωγής, τις εισαγόμενες πρώτες ύλες, την ενέργεια και τα μεταφορικά. Ο εισαγόμενος πληθωρισμός λειτουργεί ως βασικός καταλύτης, μεταφέροντας πιέσεις από την παγκόσμια αγορά στο εγχώριο ράφι, ανεξάρτητα από τις προθέσεις ή τις στρατηγικές των λιανεμπόρων.
Τα περιθώρια κέρδους και η πραγματική εικόνα
Η ανάλυση των οικονομικών στοιχείων του κλάδου αποκαλύπτει μια εικόνα πολύ διαφορετική από αυτή που συχνά κυριαρχεί στη δημόσια συζήτηση. Από κάθε 100 ευρώ που δαπανά ο καταναλωτής στο σούπερ μάρκετ, το μεγαλύτερο μέρος κατευθύνεται σε προμηθευτές και φόρους, ενώ τα λειτουργικά κόστη απορροφούν σημαντικό ποσοστό. Το καθαρό περιθώριο κέρδους παραμένει εξαιρετικά χαμηλό, γεγονός που καταδεικνύει ότι οι αλυσίδες λειτουργούν με περιορισμένα περιθώρια και έντονη πίεση.
Σε αυτό το περιβάλλον, πολλές επιχειρήσεις επιλέγουν να απορροφούν μέρος των αυξήσεων, προκειμένου να διατηρήσουν ανταγωνιστικές τιμές και να προστατεύσουν τη σχέση εμπιστοσύνης με τον καταναλωτή. Η στρατηγική αυτή, αν και περιορίζει την κερδοφορία, θεωρείται απαραίτητη για τη διατήρηση μεριδίων αγοράς.
Παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωση ορισμένων πληθωριστικών πιέσεων, οι τιμές δύσκολα θα επιστρέψουν στα επίπεδα του παρελθόντος. Το βασικό ζητούμενο, όπως επισημαίνουν παράγοντες της αγοράς, δεν είναι μόνο η συγκράτηση των τιμών, αλλά η ενίσχυση των εισοδημάτων.
