Πώς μπορεί η Ελλάδα να γίνει πρότυπο νόμιμης κινητικότητας στην Ευρώπη
Νόμιμη Μετάκληση: Θεσμική Ωριμότητα ή Χαμένη Ευκαιρία;

Νόμιμη Μετάκληση: Θεσμική Ωριμότητα ή Χαμένη Ευκαιρία;

print_article
Αν το νέο πλαίσιο θέλει πραγματικά να λειτουργήσει, πρέπει να απαντήσει σε ένα απλό ερώτημα: ποιος πληρώνει, πόσα, και σε ποιον. Αν η απάντηση παραμείνει αόριστη, η αγορά θα συνεχίσει να λειτουργεί όπως λειτουργεί σήμερα. Και όλοι ξέρουμε πώς λειτουργεί σήμερα.
Πώς μπορεί η Ελλάδα να γίνει πρότυπο νόμιμης κινητικότητας στην Ευρώπη

Η αναμόρφωση του πλαισίου για τη νόμιμη μετάκληση εργαζομένων τρίτων χωρών δεν είναι απλώς μια νομοθετική παρέμβαση. Είναι η πιο κρίσιμη απόφαση οικονομικής πολιτικής που θα πάρει η χώρα τα επόμενα χρόνια.

Η ελληνική αγορά εργασίας αντιμετωπίζει δομικά ελλείμματα σε βιομηχανία, τουρισμό, αγροτική παραγωγή και υπηρεσίες φροντίδας. Η θεσμική οργάνωση της κινητικότητας εργασίας δεν είναι επιλογή. Είναι αναγκαιότητα.
Και μια διευκρίνιση εξαρχής: η συζήτηση αυτή αφορά αποκλειστικά τη νόμιμη, ρυθμισμένη απασχόληση. Όχι παράτυπες ροές, όχι σύνορα. Αφορά το πώς ένα κράτος οργανώνει με κανόνες την κάλυψη πραγματικών παραγωγικών αναγκών.

Η σωστή κατεύθυνση

Το νέο πλαίσιο κινείται σε θετική τροχιά: επιδιώκει απλοποίηση διαδικασιών, επιχειρεί εναρμόνιση με τις ευρωπαϊκές εξελίξεις, προσπαθεί να περιορίσει διοικητικές ασάφειες. Η αναγνώριση ότι η νόμιμη κινητικότητα είναι μέρος της οικονομικής στρατηγικής της χώρας είναι ένα σημαντικό βήμα ωριμότητας.

Το νέο πλαίσιο κάνει ουσιαστικά βήματα προς θεσμική ενοποίηση της διαδικασίας νόμιμης μετάκλησης. Η σταθερότητα και η πολυετής διάρκεια των αδειών ενισχύουν την προβλεψιμότητα για τις επιχειρήσεις και μειώνουν τη διοικητική ανασφάλεια.

Αλλά η ωριμότητα μετριέται στην εφαρμογή, όχι στην πρόθεση.

Ο ευρωπαϊκός ανταγωνισμός

Η Ελλάδα δεν λειτουργεί σε κενό. Μπαίνει σε μια ευρωπαϊκή αγορά όπου η Γερμανία καταγράφει 159 επαγγέλματα σε έλλειψη, η Ιταλία 180, η Ολλανδία 183. Ανταγωνιζόμαστε για την ίδια δεξαμενή εργαζομένων — και οι άλλοι έχουν ήδη εργαλεία που λειτουργούν στην πράξη: visa μαθητείας, προγράμματα «εκπαιδεύω — προσλαμβάνω», διμερείς συμφωνίες με χώρες προέλευσης.

Η δεξαμενή αυτή μικραίνει. Η Ευρώπη θα χάνει περίπου 1 εκατομμύριο εργαζόμενους τον χρόνο τις επόμενες δεκαετίες λόγω δημογραφικής γήρανσης. Ο ανταγωνισμός δεν είναι θεωρητικός, είναι αριθμητικός.

Κι εμείς; Η Ελλάδα υπέγραψε διακρατικές συμφωνίες με το Μπαγκλαντές και την Αίγυπτο. Η συμφωνία με την Αίγυπτο προέβλεπε 5.000 εργαζόμενους ετησίως. Μέχρι τον Νοέμβριο του 2025 είχαν εγκριθεί 211. Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη νομοθετικών εργαλείων. Είναι η εφαρμογή τους.

Παλαιότερα καλύπταμε τις ανάγκες μας από γειτονικές χώρες: Βουλγαρία, Ρουμανία, Αλβανία. Σήμερα αυτές οι χώρες είτε έχουν ενταχθεί πλήρως στην ευρωπαϊκή αγορά εργασίας είτε αντιμετωπίζουν τις δικές τους ελλείψεις. Η Βουλγαρία καταγράφει 191 επαγγέλματα σε έλλειψη, η Ρουμανία 155. Το παλιό μοντέλο δεν υπάρχει πια.

Τι μας λείπει

Τα στοιχεία της CEDEFOP είναι αποκαλυπτικά: το 58% των θέσεων εργασίας που θα ανοίξουν στην Ελλάδα μέχρι το 2035 απαιτούν μεσαίου επιπέδου προσόντα — τεχνικές δεξιότητες, επαγγελματική κατάρτιση. Οι τομείς με τη μεγαλύτερη ανάπτυξη είναι οι κατασκευές και η μεταποίηση. Η εργατική δύναμη γερνάει και συρρικνώνεται. Μέχρι το 2035, η προσφορά εργαζομένων μεσαίας ειδίκευσης θα πέσει κάτω από τη ζήτηση.

Το κενό αυτό δεν καλύπτεται με ευχές. Καλύπτεται με πολιτική.

Το νέο πλαίσιο περιλαμβάνει εργαλεία, όπως οι άδειες διαμονής για επαγγελματική κατάρτιση και η πρακτική άσκηση. Αλλά τα εργαλεία αυτά απαντούν στις πραγματικές ελλείψεις;

Δεν μας λείπουν νομικοί. Μας λείπουν ηλεκτροσυγκολλητές, υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι, χειριστές μηχανημάτων, τεχνίτες κατασκευών. Χέρια που ξέρουν να δουλεύουν.

Αν το πλαίσιο νόμιμης μετάκλησης δεν διευκολύνει ρητά την είσοδο τεχνικού προσωπικού, με αναγνώριση δεξιοτήτων, πιστοποίηση, και σαφείς διαδρομές ένταξης, θα μείνει θεωρητικά σωστό αλλά πρακτικά άχρηστο.

Τα ερωτήματα που κανείς δεν κάνει

Από τους χιλιάδες εργαζόμενους τρίτων χωρών που έχουν ήδη εισέλθει στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, πόσοι εργάζονται ακόμα; Σε ποιον εργοδότη; Με τι όρους; Όσοι ήρθαν με εποχιακή visa να εργαστούν στα ξενοδοχεία, επέστρεψαν με τη λήξη της ή παρέμειναν παράτυπα; Και αν παρέμειναν, μπορεί ο ίδιος εργοδότης να τους ξαναπροσλάβει νόμιμα την επόμενη σεζόν;
Κανείς δεν έχει τα δεδομένα — και αυτό είναι πρόβλημα. Χωρίς παρακολούθηση, δεν υπάρχει πολιτική. Υπάρχει μόνο ελπίδα.
Και εκεί κρύβεται ένα ερώτημα ακόμα βαθύτερο, ένα που σπάνια συζητείται δημόσια.

Το μαύρο χρήμα που κανείς δεν βλέπει

Εργαζόμενοι που φτάνουν στην Ελλάδα είναι συχνά ήδη χρεωμένοι — 5.000, 8.000, 10.000, μερικές φορές και περισσότερα ευρώ — σε «διαμεσολαβητές» στη χώρα προέλευσης αλλά και στην Ελλάδα.

Η ελληνική νομοθεσία από το 2012 απαγορεύει ρητά τη χρέωση των εργαζομένων για την εύρεση εργασίας. Ο νέος νόμος δεν αναφέρει καν την αρχή «employer pays», το διεθνές πρότυπο που ορίζει ότι το κόστος πρόσληψης βαρύνει τον εργοδότη, όχι τον εργαζόμενο.

Ας μιλήσουμε καθαρά: αυτά τα χρήματα δεν εξαφανίζονται. Κάποιος τα εισπράττει. Σε μετρητά, χωρίς αποδείξεις, χωρίς ιχνηλασιμότητα. Είναι μαύρο χρήμα που διακινείται ανοιχτά, και προς το παρόν, δεν φαίνεται καμία πρόθεση να διευθετηθεί.

Ίσως γιατί είναι πιο βολικό να μην ρωτάει κανείς.

Αλλά η αλήθεια είναι ότι αυτό δεν συμφέρει κανέναν, ούτε καν τον εργοδότη που νομίζει ότι «γλιτώνει».

Ένας εργαζόμενος που φτάνει υπερχρεωμένος δεν είναι ελεύθερος. Θα φύγει με την πρώτη ευκαιρία για υψηλότερο μισθό, είτε νόμιμα είτε όχι, για να ξεπληρώσει. Ο εργοδότης που νόμιζε ότι εξοικονόμησε το κόστος μετάκλησης θα πληρώσει πολλαπλάσια: νέα αναζήτηση, νέα εκπαίδευση, χαμένη παραγωγικότητα, κίνδυνο να βρεθεί σε αλυσίδα που δεν ελέγχει.

Η αρχή «employer pays» δεν είναι φιλανθρωπία. Είναι επένδυση: όταν ο εργοδότης πληρώνει, ελέγχει τη διαδικασία, ξέρει ποιον προσλαμβάνει, και κρατάει τον εργαζόμενο. Όταν πληρώνει ο εργαζόμενος σε τρίτους που κανείς δεν ελέγχει, ο εργοδότης δεν ελέγχει τίποτα, και πληρώνει τελικά πολύ περισσότερα.

Αν το νέο πλαίσιο θέλει πραγματικά να λειτουργήσει, πρέπει να απαντήσει σε ένα απλό ερώτημα: ποιος πληρώνει, πόσα, και σε ποιον. Αν η απάντηση παραμείνει αόριστη, η αγορά θα συνεχίσει να λειτουργεί όπως λειτουργεί σήμερα. Και όλοι ξέρουμε πώς λειτουργεί σήμερα.

Η πραγματική δοκιμασία

Η νόμιμη κινητικότητα δεν είναι ζήτημα πολιτικής αντιπαράθεσης. Είναι ζήτημα διακυβέρνησης.

Ο νόμος θέτει το πλαίσιο. Αλλά η πραγματική δοκιμασία έρχεται τώρα, στις κανονιστικές πράξεις και στην πρακτική εφαρμογή. Το Υπουργείο έχει την ευκαιρία — και την ευθύνη — να σχεδιάσει τη διαδικασία από την αρχή ως το τέλος.

Αν η Ελλάδα θέλει να το κάνει σωστά, χρειάζεται 5 συγκεκριμένους πυλώνες.

  1. Μητρώο και αδειοδότηση διαμεσολαβητών — τόσο στην Ελλάδα όσο και στις χώρες προέλευσης. Χωρίς αυτό, η αγορά ανήκει σε όσους λειτουργούν στο σκοτάδι.
  2. Ρητή ενσωμάτωση της αρχής «employer pays» — με απαγόρευση παράνομων ή υπερβολικών αμοιβών διαμεσολάβησης που μετακυλίονται στον εργαζόμενο και μηχανισμό ελέγχου στη χώρα προέλευσης. Αν δεν ξέρεις πού πηγαίνουν τα χρήματα, δεν ελέγχεις τίποτα.
  3. Ψηφιακή παρακολούθηση της διαδρομής του εργαζόμενου — από την αρχική αίτησή του έως την άφιξη. Σαφές χρονοδιάγραμμα, ενιαία ερμηνεία μεταξύ υπηρεσιών, ψηφιακή διαλειτουργικότητα. Ένας εργοδότης που ακολουθεί τους κανόνες δεν πρέπει να χρειάζεται δικηγόρο για να καταλάβει τι του ζητάνε.
  4. Αναγνώριση τεχνικών δεξιοτήτων με fast-track πιστοποίηση — μέσω ΕΟΠΠΕΠ και επαγγελματικών επιμελητηρίων. Σαφής διαδρομή ένταξης στην αγορά για ηλεκτροσυγκολλητές, υδραυλικούς, ηλεκτρολόγους, τα επαγγέλματα που πραγματικά λείπουν.
  5. Εποπτεία νόμιμης παραμονής (stay-compliance monitoring) για εποχικές ροές — δήλωση, ασφάλιση, τήρηση συμβατικών όρων — και ευθύνη σε όλη την αλυσίδα. Όχι μόνο ο τελικός εργοδότης. Όλοι οι εμπλεκόμενοι. Κυρώσεις που εφαρμόζονται στην πράξη.

Αν το κράτος δεν ορίσει κανόνες, το κάνει ήδη η παραοικονομία.

* * *

Η κατεύθυνση της μεταρρύθμισης είναι ορθή. Το ζητούμενο είναι η συνέπεια, η ιχνηλασιμότητα και η σταθερότητα.

Χωρίς μηχανισμούς που διαφοροποιούν τον συνεπή εργοδότη από τον επιτήδειο, η αγορά θα συνεχίσει να λειτουργεί με κανόνες που δεν επιβραβεύουν τη νομιμότητα.

Η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να διαμορφώσει ένα σύγχρονο μοντέλο νόμιμης κινητικότητας. Αλλά τα πρώτα βήματα καθορίζουν τη φήμη. Και η φήμη, στην ευρωπαϊκή αγορά εργασίας, είναι το πιο σημαντικό κεφάλαιο.

Η Ελλάδα οφείλει να προσελκύει εργαζόμενους με δεξιότητες που χρειάζεται· όχι να γίνεται ενδιάμεσος σταθμός σε μια άτυπη διαδρομή προς άλλες αγορές.

Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν η Ελλάδα χρειάζεται νόμιμη κινητικότητα. Το ερώτημα είναι αν θα την οργανώσει με όρους που παράγουν σταθερότητα, αξιοπιστία και ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Η Σμαρώ Μανιάτη είναι ιδρύτρια και CEO της Athens Home Services και της EOS Workforce, εταιρειών που δραστηριοποιούνται στη νόμιμη μετάκληση εργατικού δυναμικού από τρίτες χώρες. Συμμετέχει στον πρακτικό σχεδιασμό του EU Talent Partnership. Η Athens Home Services είναι το πρώτο ελληνικό μέλος της EFSI (European Federation for Services to Individuals).