Αντιμέτωπη με ένα εφιαλτικό σενάριο βρίσκεται η παγκόσμια αγορά ενέργειας, καθώς μεγάλοι επενδυτικοί οίκοι προειδοποιούν για εκρηκτική άνοδο των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου σε περίπτωση παρατεταμένης σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι το Brent μπορεί να κινηθεί άμεσα προς τα 100 δολάρια το βαρέλι, με ακραίο σενάριο ακόμη και τα 140 δολάρια, ενώ το ευρωπαϊκό φυσικό αέριο δεν αποκλείεται να εκτιναχθεί στα 80-100 ευρώ/MWh.
Η Barclays επισημαίνει ότι η αγορά βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρό κίνδυνο διαταραχής εφοδιασμού, σε μια περίοδο όπου τα παγκόσμια αποθέματα είναι πιο περιορισμένα σε σχέση με το 2022 και η πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα του ΟΠΕΚ έχει μειωθεί. Την ίδια ώρα, η Capital Economics προειδοποιεί ότι μια άνοδος του Brent στα 100 δολάρια θα μπορούσε να προσθέσει έως και 0,7% στον παγκόσμιο πληθωρισμό, επηρεάζοντας τις αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών.
Καθοριστικό σημείο καμπής θεωρούνται τα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και LNG. Η ING τονίζει ότι ενδεχόμενο επίσημο κλείσιμό του θα πυροδοτούσε αλυσιδωτές αντιδράσεις, ιδίως στις ασιατικές αγορές, που απορροφούν τη μερίδα του λέοντος των ροών.
Ήδη η αβεβαιότητα έχει ενσωματωθεί στις τιμές, με το γεωπολιτικό ρίσκο να αυξάνεται αισθητά. Οι αναλυτές υπογραμμίζουν ότι βρισκόμαστε στην αρχή μιας κρίσης με απρόβλεπτη διάρκεια, ενώ οι επιπτώσεις δεν θα περιοριστούν στο αργό πετρέλαιο, αλλά θα επεκταθούν στα προϊόντα διύλισης και στο LNG, εντείνοντας τις πιέσεις σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά διεθνώς.
Στο επίκεντρο τα Στενά του Ορμούζ
Σε μια συγκυρία που θυμίζει τις πιο ασταθείς περιόδους της σύγχρονης ενεργειακής ιστορίας, η διεθνής αγορά ενέργειας βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα σενάριο που μέχρι πρότινος συζητούνταν μόνο σε αναλύσεις κινδύνου, καθώς το επίκεντρο της κρίσης μετατοπίστηκε στο σημαντικότερο ενεργειακό πέρασμα του πλανήτη, τα Στενά του Ορμούζ.
Πλοιοκτήτες και έμποροι επέλεξαν να «παγώσουν» διελεύσεις, φοβούμενοι περαιτέρω επιθέσεις, ενώ ασφαλιστικές εταιρείες επανεξετάζουν τα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου. Χωρίς να έχει ανακοινωθεί επίσημο κλείσιμο των Στενών, η κυκλοφορία έχει περιοριστεί δραστικά, και μόνο αυτό αρκεί για να πυροδοτήσει σοβαρές ανησυχίες.
Περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου και του LNG διέρχεται καθημερινά από το στενό πέρασμα που συνδέει τον Περσικό Κόλπο με τις διεθνείς αγορές. Πρόκειται για τη βασική έξοδο εξαγωγών για τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ, το Ιράκ και το Κουβέιτ. Μια παρατεταμένη διακοπή θα είχε άμεσες και παγκόσμιες συνέπειες.
Η Τεχεράνη εκπέμπει αντιφατικά μηνύματα. Από τη μία, υποστηρίζει ότι τα Στενά παραμένουν ανοιχτά, από την άλλη, έχει αναλάβει την ευθύνη για επιθέσεις σε εμπορικά πλοία, ενώ έχουν καταγραφεί προειδοποιητικές ραδιοφωνικές μεταδόσεις προς ξένα σκάφη. Οι ΗΠΑ έχουν ήδη ανακοινώσει ζώνες θαλάσσιας προειδοποίησης σε τμήματα του Κόλπου, ανεβάζοντας περαιτέρω τον τόνο.
Στο παρασκήνιο, συζητείται το ενδεχόμενο δημιουργίας ναυτικής δύναμης συνοδείας υπό αμερικανική ηγεσία, ώστε να διασφαλιστεί η διέλευση δεξαμενόπλοιων. Μια τέτοια επιλογή, ωστόσο, ενέχει τον κίνδυνο άμεσης αντιπαράθεσης με τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης, μετατρέποντας την ενεργειακή κρίση σε ευρύτερη στρατιωτική εμπλοκή.
Οι συνέπειες για Ευρώπη και Ελλάδα
Για την Ευρώπη, η απειλή εκδηλώνεται σε τρία διακριτά αλλά αλληλένδετα μέτωπα. Στις τιμές φυσικού αερίου (TTF), καθώς οποιαδήποτε αναταραχή μεταφέρεται άμεσα στο ολλανδικό hub και από εκεί στο κόστος ηλεκτροπαραγωγής, επηρεάζοντας τη χονδρική ρεύματος.
Έπειτα, στην αγορά LNG, καθώς εάν η Ασία αυξήσει τις αγορές της για λόγους ασφάλειας εφοδιασμού, η Ευρώπη θα χρειαστεί να προσφέρει υψηλότερες τιμές για να διατηρήσει φορτία, δημιουργώντας ένα νέο premium.
Επιπλέον, στο πετρέλαιο και στα διυλισμένα προϊόντα. Ενδεχόμενη άνοδος στο αργό μπορεί να μετακυλιστεί σε diesel και καύσιμα αεροπορίας, ιδίως εάν διαταραχθούν ή επιβαρυνθούν οι βασικές θαλάσσιες οδοί.
Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, το βασικό κανάλι μετάδοσης δεν είναι τόσο η φυσική επάρκεια, όσο η διεθνής τιμολόγηση. Η χώρα επηρεάζεται κυρίως μέσω της ανόδου στο Brent και στο LNG. Σε μια αγορά που ήδη χαρακτηρίζεται από έντονη μεταβλητότητα, μια νέα άνοδος στο φυσικό αέριο μπορεί να αναδιαμορφώσει το κόστος λειτουργίας των θερμικών μονάδων και, μελλοντικά, να αποτυπωθεί τόσο στη χονδρική όσο και στη λιανική τιμή ρεύματος, ανεξάρτητα από τις ημερήσιες διακυμάνσεις στην Οριακή Τιμή Συστήματος.
Τα διαθέσιμα «μαξιλάρια»
Παρά τη σοβαρότητα της κατάστασης, η αγορά δεν είναι εντελώς απροετοίμαστη.
Η Σαουδική Αραβία έχει αυξήσει τις εξαγωγές της το προηγούμενο διάστημα και διαθέτει αγωγό Ανατολής-Δύσης που οδηγεί στην Ερυθρά Θάλασσα, παρακάμπτοντας εν μέρει τα Στενά του Ορμούζ. Παράλληλα, τα παγκόσμια πλωτά αποθέματα έχουν ενισχυθεί τους τελευταίους μήνες, αντανακλώντας μια περίοδο σχετικής υπερπροσφοράς.
Επιπλέον, τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Κίνα διατηρούν σημαντικά στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου που μπορούν να διοχετευθούν στην αγορά σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Ο OPEC+ είχε ήδη ανακοινώσει συγκρατημένη αύξηση παραγωγής για τον Απρίλιο, κίνηση που θα μπορούσε να λειτουργήσει εξομαλυντικά, εφόσον η κρίση αποδειχθεί βραχύβια.
Αναλυτές προειδοποιούν, ωστόσο, ότι κανένα από τα παραπάνω δεν μπορεί να αντισταθμίσει πλήρως ένα παρατεταμένο ή ουσιαστικό μπλοκάρισμα του περάσματος.
Σε επιφυλακή και το LNG
Το Κατάρ και τα ΗΑΕ έχουν εξαγάγει σχεδόν 16 εκατ. τόνους LNG μέσω των Στενών από την αρχή του έτους, ποσότητα που αντιστοιχεί σε πάνω από το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς.
Από την πλευρά της, η Ευρώπη, με σημείο αναφοράς το ολλανδικό συμβόλαιο TTF, παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις.
Την ίδια στιγμή, το Ισραήλ έχει αναστείλει προληπτικά δραστηριότητες σε υπεράκτια κοιτάσματα φυσικού αερίου, επαναφέροντας μνήμες της περσινής 12ήμερης σύγκρουσης που είχε ενισχύσει τη μεταβλητότητα στις ευρωπαϊκές αγορές.
Μια λεπτή ισορροπία
Το παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα έχει δοκιμαστεί από πολέμους, εμπάργκο και πανδημίες. Ωστόσο, λίγα σημεία στον χάρτη είναι τόσο κομβικά όσο τα Στενά του Ορμούζ, και ταυτόχρονα τόσο ευάλωτα.
Προς το παρόν, δεξαμενόπλοια συσσωρεύονται κοντά στην είσοδο του περάσματος, περιμένοντας σαφή ένδειξη αποκλιμάκωσης. Κάποια συνεχίζουν τη διέλευση, συχνά με αυξημένα μέτρα ασφαλείας.
Η επόμενη εβδομάδα αναμένεται καθοριστική. Είτε μέσω διπλωματικής αποκλιμάκωσης, είτε μέσω στρατιωτικής προστασίας, είτε μέσω προσαρμογής των ίδιων των αγορών, η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης αποτελεί πλέον τον κεντρικό στόχο.
Το αν η παρούσα κρίση θα περιοριστεί σε ένα πρόσκαιρο «γεωπολιτικό premium» ή θα οδηγήσει σε πιο μόνιμη αναπροσαρμογή των τιμών, θα εξαρτηθεί από την πορεία των εξελίξεων στο πεδίο και τη διάρκεια της έντασης.
Μέχρι τότε, η παγκόσμια αγορά ενέργειας παραμένει σε μια από τις πιο εύθραυστες στιγμές των τελευταίων δεκαετιών.
