Το 2025 καταγράφεται ως χρονιά-σταθμός για την παγκόσμια αγορά LNG και ειδικότερα για τα πλωτά τερματικά αποθήκευσης και επαναεριοποίησης (FSRU), τα οποία λειτούργησαν σχεδόν στα όρια των δυνατοτήτων τους. Οι εισαγωγές LNG μέσω FSRU έφτασαν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, επιβεβαιώνοντας ότι οι συγκεκριμένες υποδομές έχουν παγιωθεί ως κρίσιμο εργαλείο ενεργειακής ασφάλειας, ιδιαίτερα σε περιόδους γεωπολιτικής αβεβαιότητας.
Ειδικότερα, οι εισαγωγές LNG μέσω FSRU αυξήθηκαν κατά 35% σε σχέση με το 2024, φτάνοντας τους 67,1 εκατ. τόνους. Πρόκειται για το τέταρτο συνεχόμενο έτος έντονης ανόδου, με τον παγκόσμιο στόλο να εμφανίζει πλέον ελάχιστα περιθώρια περαιτέρω αξιοποίησης χωρίς νέες επενδύσεις.
Η Ελλάδα στον ενεργειακό χάρτη της ΝΑ Ευρώπης
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα ενισχύει σταθερά τον ρόλο της ως ενεργειακή πύλη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Για χρόνια, το μοναδικό σημείο εισόδου LNG με δυνατότητα άμεσης προώθησης προς την Ουκρανία ήταν το τερματικό του ΔΕΣΦΑ στη Ρεβυθούσα. Από τα τέλη Δεκεμβρίου, ωστόσο, στο «παιχνίδι» έχουν μπει και φορτία αμερικανικού LNG μέσω του FSRU Αλεξανδρούπολης, διευρύνοντας σημαντικά τις δυνατότητες του ελληνικού συστήματος.
Παράλληλα, το αζέρικο φυσικό αέριο που εισάγεται μέσω του TAP, με σημείο εισόδου την Κομοτηνή, συμπληρώνει το παζλ των πηγών εφοδιασμού. Μέσα στο επόμενο διάστημα αναμένονται κινήσεις με ιδιαίτερη βαρύτητα για την εδραίωση της Ελλάδας στον ρόλο του ενεργειακού κόμβου της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, με έμφαση στη λειτουργία της ως βασικής πύλης εισόδου υγροποιημένου φυσικού αερίου. Το LNG που εισέρχεται στη χώρα θα μπορεί να αεριοποιείται και να κατευθύνεται μέσω του ελληνικού συστήματος μεταφοράς προς τις αγορές της ευρύτερης περιοχής.
Καθοριστικός παράγοντας σε αυτή τη στρατηγική αποτελεί η ενεργοποίηση του λεγόμενου «Κάθετου Διαδρόμου», ο οποίος ξεκινά από την Ελλάδα και εκτείνεται έως την Ουκρανία. Κεντρικό ρόλο διαδραματίζουν οι τρεις βασικές διαδρομές του άξονα αυτού, με αφετηρία τα τερματικά LNG της Ρεβυθούσα και της Αλεξανδρούπολη, καθώς και το σημείο διασύνδεσης με τον TAP, οι οποίες αναμένεται να καθορίσουν τη νέα αρχιτεκτονική ροών φυσικού αερίου στην περιοχή.
Στο 16% της παγκόσμιας αγοράς LNG
Σε παγκόσμια κλίμακα, οι συνολικές εισαγωγές LNG το 2025 εκτιμώνται περίπου στους 435 εκατ. τόνους, γεγονός που σημαίνει ότι τα FSRU καλύπτουν πλέον το 16% της διεθνούς αγοράς. Το ποσοστό αυτό, σύμφωνα με αναλυτές, δύσκολα θα αυξηθεί μέσα στο 2026, όχι λόγω έλλειψης ζήτησης, αλλά εξαιτίας των μεγάλων χρόνων ωρίμανσης και υλοποίησης νέων έργων.
Η Ευρώπη αποτέλεσε βασικό μοχλό της ανόδου, διατηρώντας υψηλούς ρυθμούς εισαγωγών παρά το γεγονός ότι δεν προστέθηκαν νέες πλωτές μονάδες μέσα στο έτος. Παράλληλα, η Αίγυπτος και η Τουρκία κινήθηκαν σε πλήρη ισχύ, αξιοποιώντας στο έπακρο τις υφιστάμενες υποδομές τους για να καλύψουν αυξημένες ενεργειακές ανάγκες.
Ιδιαίτερα εντυπωσιακή ήταν η εικόνα στο τέταρτο τρίμηνο του 2025, όταν διακινήθηκαν περίπου 19 εκατ. τόνοι LNG και σχεδόν 300 φορτία, επίπεδα αυξημένα κατά περισσότερο από 40% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2024. Τα στοιχεία αυτά αποτυπώνουν μια αγορά που λειτουργεί πλέον «στο κόκκινο».
Παρά τη δυναμική, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι τα FSRU δεν μπορούν από μόνα τους να απορροφήσουν την υπερπροσφορά LNG που αναμένεται την επόμενη δεκαετία. Ακόμη και με αύξηση της μέσης αξιοποίησης κατά 25%, θα απαιτηθούν περίπου 20 νέες μονάδες για τη διαχείριση επιπλέον 30-35 εκατ. τόνων LNG – ποσότητα που αντιστοιχεί σε μόλις ένα μικρό μέρος της νέας παραγωγής που έρχεται διεθνώς.
Η εικόνα για το 2026 παραμένει ισχυρή με τα FSRU να συνεχίζουν να προσφέρουν ταχύτητα υλοποίησης, χαμηλότερο αρχικό κόστος και ευελιξία σε σύγκριση με τα χερσαία terminals. Ωστόσο, οι χρόνοι απόφασης έως τη λειτουργία – που φτάνουν τους 27-30 μήνες – και οι αυξημένες χρηματοδοτικές απαιτήσεις φρενάρουν τη ραγδαία επέκταση.
