Σε μια κρίσιμη καμπή για τον Κάθετο Διάδρομο φυσικού αερίου, στην Αθήνα βρίσκεται σήμερα ο ειδικός απεσταλμένος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το έργο, Κλάους-Ντίτερ Μπόρχαρντ, σε μια επίσκεψη με σαφή πολιτική και τεχνική στόχευση.
Το timing μόνο τυχαίο δεν είναι, καθώς προηγείται της «μίνι συνόδου» που έχει προγραμματιστεί για τις 24 Φεβρουαρίου στην Ουάσιγκτον, όπου αναμένεται να συζητηθούν οι εμπορικές και γεωπολιτικές διαστάσεις του εγχειρήματος.
Η παρουσία του κ. Μπόρχαρντ στην ελληνική πρωτεύουσα εντάσσεται στις διαβουλεύσεις που έχει αναλάβει εκ μέρους της European Commission, με στόχο την άρση των ρυθμιστικών εμποδίων και τη διαμόρφωση ενός λειτουργικού πλαισίου που θα καταστήσει τον Vertical Corridor βιώσιμο σε εμπορικούς όρους.
Τα τρία ραντεβού και η ατζέντα
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο ευρωπαίος αξιωματούχος θα έχει διαδοχικές συναντήσεις με τον υφυπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Ν. Τσάφο, καθώς και με τις διοικήσεις του ΔΕΣΦΑ, του ΑΔΜΗΕ και της Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων.
Στο επίκεντρο των επαφών βρίσκεται η μετάβαση από τον στρατηγικό σχεδιασμό στην εμπορική υλοποίηση. Η συζήτηση εστιάζει στη δημιουργία ενός χρηματοοικονομικά ανθεκτικού σχήματος, που θα επιτρέψει στον Διάδρομο να λειτουργήσει ως αξιόπιστη εναλλακτική οδός τροφοδοσίας της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Πάντως, ο Borchardt δεν περιορίζει την αποστολή του στην ελληνική πρωτεύουσα. Στον προγραμματισμό του περιλαμβάνονται επαφές σε Βουλγαρία και Ρουμανία, με στόχο τον συγχρονισμό των εθνικών προσεγγίσεων και την προσαρμογή ενός κοινού ρυθμιστικού πλαισίου που θα μπορεί να εφαρμοστεί ισόρροπα και στις τρεις χώρες. Η επιδίωξη είναι ο Κάθετος Διάδρομος να αποκτήσει ενιαία θεσμική και εμπορική υπόσταση, λειτουργώντας ως ολοκληρωμένος διασυνοριακός μηχανισμός και όχι ως αποσπασματική σύνδεση επιμέρους αγορών.
Το «κλειδί» των μακροπρόθεσμων συμβολαίων LNG
Κομβικό ζήτημα παραμένει η εξασφάλιση μακροπρόθεσμων συμβάσεων προμήθειας LNG, σε συνδυασμό με τη διασφάλιση της ζήτησης από τελικούς καταναλωτές στις ευρωπαϊκές αγορές. Χωρίς τέτοιου τύπου συμφωνίες, οι Διαχειριστές εμφανίζονται επιφυλακτικοί ως προς την ανάληψη πρόσθετου ρίσκου.
Η προσέγγιση που φαίνεται να προκρίνεται από τις Βρυξέλλες είναι ολιστική. Από την πλευρά της προσφοράς (παραγωγή και εισαγωγές LNG) έως την κατανάλωση, με στόχο να περιοριστεί η αβεβαιότητα που σήμερα επιβραδύνει τις τελικές επενδυτικές αποφάσεις. Στο τραπέζι βρίσκεται ακόμη και ο επανασχεδιασμός των προϊόντων δέσμευσης δυναμικότητας, ώστε να γίνουν πιο ελκυστικά για τους χρήστες.
Οι εγγυήσεις και το ρίσκο ζήτησης
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά το ζήτημα των εγγυήσεων. Οι Διαχειριστές φέρονται να απορρίπτουν το ενδεχόμενο μόνιμων εκπτώσεων στα τιμολόγια μεταφοράς, φοβούμενοι απώλεια εσόδων και στρεβλώσεις στην αγορά. Έτσι, εξετάζεται η πιθανότητα εμπλοκής του κράτους ή κάποιας κρατικής οντότητας που θα μπορούσε να αναλάβει μέρος του ρίσκου, σε περίπτωση που οι προβλέψεις για τη ζήτηση δεν επιβεβαιωθούν.
Το βασικό σενάριο που κυκλοφορεί σε ευρωπαϊκούς κύκλους κάνει λόγο για ενεργειακό κενό της τάξης των 19-20 bcm στην περιοχή, ως αποτέλεσμα της απεξάρτησης από το ρωσικό αέριο. Ο Κάθετος Διάδρομος θα μπορούσε να καλύψει 3-5 bcm, λειτουργώντας ως κρίσιμο συμπληρωματικό εργαλείο διαφοροποίησης.
Στο φόντο η Ουάσιγκτον
Οι επαφές στην Αθήνα πραγματοποιούνται λίγες ημέρες πριν από τη συνάντηση της 24ης Φεβρουαρίου στις ΗΠΑ, όπου το έργο αναμένεται να εξεταστεί υπό το πρίσμα της ευρωατλαντικής ενεργειακής συνεργασίας.
Η ελληνική πλευρά επιδιώκει ο Διάδρομος να αναγνωριστεί επισήμως ως βασικό «εργαλείο» για την ενεργειακή απεξάρτηση της περιοχής από το ρωσικό αέριο, εξέλιξη που θα μπορούσε να μεταβάλει τη βάση συζήτησης για τα ρυθμιστικά, χρηματοδοτικά και εμπορικά εμπόδια.
Για την Ουάσιγκτον, ο Κάθετος Διάδρομος συνιστά κομβικό κανάλι διείσδυσης του αμερικανικού LNG στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, με προεκτάσεις που υπερβαίνουν το καθαρά εμπορικό σκέλος. Το διακύβευμα αφορά τη γεωπολιτική επιρροή, τη θωράκιση συμμαχιών και τη διαμόρφωση του ενεργειακού συσχετισμού δυνάμεων στην επόμενη δεκαετία.
Πληροφορίες αναφέρουν έντονο ενδιαφέρον από αμερικανικούς ενεργειακούς ομίλους, ενώ στη συνάντηση αναμένεται να συμμετάσχουν και χρηματοπιστωτικοί φορείς όπως η Export-Import Bank of the United States και η U.S. International Development Finance Corporation. Η παρουσία τους ερμηνεύεται ως ένδειξη ότι το project επιχειρεί να περάσει από τη φάση της πολιτικής στήριξης στη φάση της χρηματοδοτικής υλοποίησης.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα προβάλλει συγκεκριμένα πλεονεκτήματα. Διαθέτει ήδη ανεπτυγμένες υποδομές εισαγωγής LNG, με περιθώρια περαιτέρω ενίσχυσης της δυναμικότητας. Ο τερματικός σταθμός στη Ρεβυθούσα και το FSRU στην Αλεξανδρούπολη αποτελούν τον βασικό κορμό. Η συζήτηση, πλέον, μετατοπίζεται στην αναβάθμιση και επέκταση των δικτύων, ώστε οι ποσότητες LNG που εισέρχονται από την Ελλάδα να διοχετεύονται σε μεγαλύτερο εύρος ευρωπαϊκών αγορών, ενισχύοντας τον ρόλο της χώρας ως περιφερειακού κόμβου.
Το στοίχημα για όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές είναι κοινό και αφορά στο να βρεθεί η αναγκαία «χρυσή τομή» που θα μετατρέψει έναν στρατηγικό σχεδιασμό υψηλής γεωπολιτικής σημασίας σε ένα ώριμο και εμπορικά λειτουργικό project.
