Στο μικροσκόπιο των Βρυξελλών αναμένεται να βρεθεί το νέο ενεργειακό πακέτο της ιταλικής κυβέρνησης, καθώς η πρωτοβουλία της Giorgia Meloni να παρέμβει δραστικά στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρισμού προκαλεί ήδη έντονες συζητήσεις για τα όρια των εθνικών παρεμβάσεων σε μια πλήρως συζευγμένη ευρωπαϊκή αγορά.
Το λεγόμενο Energy Decree, ύψους άνω των 3 δισ. ευρώ, φιλοδοξεί να μειώσει το ενεργειακό κόστος για νοικοκυριά και βιομηχανία. Ωστόσο, η αρχιτεκτονική του αγγίζει θεμελιώδεις αρχές του ευρωπαϊκού πλαισίου, από το σύστημα εμπορίας ρύπων έως το target model, ανοίγοντας έναν κύκλο αβεβαιότητας για το πώς και σε ποια μορφή μπορεί τελικά να εγκριθεί.
Τι αλλάζει η Ρώμη
Στον πυρήνα της ιταλικής πρότασης βρίσκεται η πρόθεση αποσύνδεσης του κόστους των δικαιωμάτων CO₂ από τη διαμόρφωση της τιμής ηλεκτρικής ενέργειας. Πρακτικά, οι μονάδες φυσικού αερίου θα αποζημιώνονται για το κόστος εκπομπών, περιορίζοντας την επίδραση του άνθρακα στην οριακή τιμή. Παράλληλα, αυξάνεται η φορολόγηση των εταιρειών ενέργειας, ώστε να χρηματοδοτηθεί η παρέμβαση και να περιοριστούν οι λογαριασμοί.
Η προσέγγιση αυτή έρχεται σε ευθεία δοκιμασία με το European Union Emissions Trading System (EU ETS), που στηρίζεται στην αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει». Η τιμή του άνθρακα λειτουργεί ως επενδυτικό σήμα, ενσωματώνεται, δηλαδή, στο μεταβλητό κόστος παραγωγής και καθοδηγεί τη μετάβαση προς καθαρότερες τεχνολογίες.
Εάν όμως το κόστος αυτό απορροφάται από τον κρατικό προϋπολογισμό, το σήμα αποδυναμώνεται. Παράλληλα, η παρέμβαση θίγει και τη λογική της οριακής τιμολόγησης του target model (Κανονισμός ΕΕ 2019/943), όπου η ακριβότερη αναγκαία μονάδα καθορίζει την τιμή για όλους. Η τεχνητή αφαίρεση του κόστους CO₂ αλλοιώνει τον μηχανισμό διαμόρφωσης τιμών και δυνητικά επηρεάζει τις διασυνοριακές ροές.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι προθεσμιακές αγορές στην Ιταλία αντέδρασαν άμεσα, με τους traders να επαναξιολογούν το μελλοντικό κόστος παραγωγής. Στελέχη της ευρωπαϊκής αγοράς εκτιμούν ότι το σχέδιο δύσκολα θα περάσει αλώβητο από την European Commission, καθώς εγείρονται ζητήματα κρατικών ενισχύσεων και στρέβλωσης ανταγωνισμού.
Οι επιπτώσεις για την Ελλάδα
Παρά την ένταση της συζήτησης, στην Αθήνα δεν επικρατεί φόβος ανησυχίας. Ακόμη και αν το ιταλικό μοντέλο εφαρμοστεί, οι άμεσες επιδράσεις στην ελληνική αγορά εκτιμώνται ως περιορισμένες.
Ο βασικός λόγος είναι ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Ιταλίας ανέρχεται σε περίπου 500 MW. Πρόκειται για σχετικά μικρή χωρητικότητα, η οποία δεν επιτρέπει μεγάλες ροές που θα μπορούσαν να «μεταφέρουν» μια σημαντική πτώση ιταλικών τιμών στην ελληνική αγορά.
Επιπλέον, η Ελλάδα τα τελευταία δύο χρόνια έχει μετατραπεί σε καθαρό εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας, κυρίως προς τα Βαλκάνια. Η ενίσχυση της διασύνδεσης με την Ιταλία βρίσκεται στον σχεδιασμό του ΑΔΜΗΕ, ωστόσο το χρονοδιάγραμμα τοποθετεί την ολοκλήρωση προς τα μέσα της επόμενης δεκαετίας.
Ακόμη κι αν μια επιδοτούμενη μείωση τιμών στην Ιταλία δημιουργούσε εξαγωγικές πιέσεις, το εύρος θα ήταν εκ των πραγμάτων περιορισμένο.
Γιατί το ΥΠΕΝ δεν εξετάζει αντίστοιχα μέτρα
Σε πολιτικό επίπεδο, η ελληνική κυβέρνηση δεν φαίνεται διατεθειμένη να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο. Και αυτό για δύο βασικούς λόγους.
Πρώτον, για τις τιμές. Η Ιταλία κινείται φέτος με μέση χονδρεμπορική τιμή άνω των 120 ευρώ/MWh, συγκαταλεγόμενη στις ακριβότερες αγορές της Ευρώπης. Η Ελλάδα, με μέση τιμή γύρω στα 104 ευρώ/MWh, βρίσκεται χαμηλότερα, με περισσότερες από είκοσι ευρωπαϊκές χώρες να καταγράφουν υψηλότερα επίπεδα.
Δεύτερον, η στρατηγική επιλογή. Όπως έχει επισημάνει ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου, η αποκλιμάκωση του κόστους επιδιώκεται με πιο δομικό τρόπο, μέσω της ενίσχυσης των ΑΠΕ και της εισόδου της αποθήκευσης στο σύστημα. Το ενεργειακό μείγμα μετατοπίζεται σταθερά προς φθηνότερες τεχνολογίες, περιορίζοντας σταδιακά την έκθεση στις διακυμάνσεις του φυσικού αερίου και του άνθρακα.
Ακόμη και σε περίπτωση νέας ανόδου τιμών, η εμπειρία της τελευταίας διετίας δείχνει ότι η Αθήνα προτιμά στοχευμένες επιδοτήσεις προς καταναλωτές και επιχειρήσεις, αντί για παρεμβάσεις στον μηχανισμό της χονδρεμπορικής αγοράς που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε θεσμικές τριβές με τις Βρυξέλλες.
Η ιταλική πρωτοβουλία, ανεξαρτήτως τελικής έκβασης, επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της ανταγωνιστικότητας και του κόστους της ενεργειακής μετάβασης. Θίγει το ερώτημα κατά πόσο το υφιστάμενο ευρωπαϊκό μοντέλο μπορεί να ανταποκριθεί σε περιόδους παρατεταμένων υψηλών τιμών χωρίς εθνικές αποκλίσεις.
Για την Ελλάδα, ωστόσο, η συζήτηση παραμένει, προς το παρόν, θεωρητική.
